Η στρατηγική διαχείριση των εταιρικών κερδών είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη των ανωνύμων (Α.Ε.) και των λοιπών κεφαλαιουχικών εταιρειών. Ο σχηματισμός αφορολόγητων αποθεματικών προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα για την πραγματοποίηση επενδύσεων, ωστόσο η μεταγενέστερη διανομή τους ενεργοποιεί ένα σύνθετο νομικό και φορολογικό πλαίσιο. Στο παρόν άρθρο παρατίθενται οι κύριες κατηγορίες αφορολόγητων αποθεματικών, το φορολογικό τους καθεστώς κατά τη διανομή τους, καθώς και το νομικό πλαίσιο που τα διέπει, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ζητήματα πρακτικής σημασίας που ανακύπτουν.

Εισαγωγικά

Στο πλαίσιο του δικαίου των Α.Ε., τα αποθεματικά διακρίνονται ιδίως σε τακτικά, καταστατικά, αφανή και έκτακτα ή προαιρετικά, με σαφή προορισμό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του νομικού προσώπου. Παράλληλα, η φορολογική νομοθεσία επιτρέπει κατά καιρούς τον σχηματισμό αφορολόγητων αποθεματικών.

Τα αφορολόγητα συνιστούν αποθεματικά που σχηματίστηκαν από εταιρικά κέρδη, τα οποία δεν υποβλήθηκαν σε φορολόγηση (φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων) κατά την εκάστοτε εταιρική χρήση σχηματισμού τους, είτε λόγω ειδικών φορολογικών απαλλαγών και κινήτρων που θεσπίστηκαν από αναπτυξιακούς ή άλλους ειδικούς νόμους, είτε λόγω της λογιστικής αντιμετώπισης ορισμένων στοιχείων, που δεν αναγνωρίζονταν ως φορολογητέα εισοδήματα για τη συγκεκριμένη χρήση. Τα ανωτέρω, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω ποσά θα παραμείνουν δεσμευμένα στην εταιρεία για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών ή επενδυτικών σκοπών.Υπό το πρίσμα αυτό, ο όρος «αφορολόγητα» δεν αντιστοιχεί κατά κανόνα σε οριστική απαλλαγή, αλλά σε αναβολή της φορολόγησης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της μελλοντικής διανομής ή κεφαλαιοποίησης των σχετικών κονδυλίων.

Η de facto ανάγκη των μετόχων για άντληση ρευστότητας ή η αλλαγή του επιχειρηματικού σχεδιασμού από πλευράς της Α.Ε. οδηγεί συχνά στην απόφαση διανομής των εν λόγω αποθεματικών. Η πράξη αυτή, όμως, μεταβάλλει ριζικά τη φορολογική τους μεταχείριση, δεδομένου ότι η διανομή αίρει αναδρομικά την αρχική απαλλαγή και ενεργοποιεί άμεσες φορολογικές υποχρεώσεις για την εταιρεία.

Κατηγορίες Αφορολόγητων Αποθεματικών

Τα αφορολόγητα αποθεματικά που συναντώνται στην ελληνική επιχειρηματική πραγματικότητα διακρίνονται, βάσει της πηγής τους και της ισχύουσας νομοθεσίας, στις ακόλουθες κύριες κατηγορίες:

α. Αποθεματικά Αναπτυξιακών Νόμων: Σχηματίζονται βάσει των κατά καιρούς θεσπιζόμενων ειδικών αναπτυξιακών/επενδυτικών νόμων [λ.χ. ν. 1892/1990, ν. 2601/1998, ν. 3220/2004, ν. 3299/2004, ν. 3908/2011, ν. 4399/2016 (ήδη ν. 4887/2022)] ως κίνητρο για την πραγματοποίηση επενδύσεων στην Ελλάδα. Η επιχείρηση που υπήγαγε επένδυση στον εκάστοτε αναπτυξιακό νόμο δικαιούταν να αποθεματοποιεί αφορολόγητα κέρδη, τα οποία ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει αποκλειστικά για συγκεκριμένους επενδυτικούς σκοπούς.

β. Αποθεματικά Αναπροσαρμογής Αξίας Περιουσιακών Στοιχείων

Διαδοχικοί νόμοι παρείχαν τη δυνατότητα αναπροσαρμογής της αξίας παγίων περιουσιακών στοιχείων, κυρίως ακινήτων, και σχηματισμού αφορολόγητων αποθεματικών που αντιπροσωπεύουν τη διαφορά μεταξύ αναπροσαρμοσμένης και λογιστικής αξίας (λ.χ. ν. 2065/1992, ν. 2166/1993, ν. 3229/2004). Τα αποθεματικά αυτής της κατηγορίας παραμένουν στο παθητικό του ισολογισμού μέχρι τον χρόνο διανομής (ή κεφαλαιοποίησής) τους, οπότε και φορολογούνται.

γ. Αποθεματικά Λογιστικών Διαφορών

Η εφαρμογή των ΔΠΧΑ και των ΕΛΠ (ν. 4308/2014), δημιουργεί λογιστικές διαφορές μεταξύ λογιστικής και φορολογικής βάσης αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων, προβλέψεων και λοιπών κονδυλίων. Ορισμένα από τα αποθεματικά που προκύπτουν από αυτές τις διαφορές χαρακτηρίζονται ως «αφορολόγητα», εφόσον δεν έχουν υποστεί φορολόγηση κατά τον χρόνο σχηματισμού τους (λ.χ. λογιστική αναγνώριση κέρδους λόγω αναπροσαρμογής στην εύλογη αξία που δεν φορολογείται άμεσα φορολογικά ή αποθεματικά αναπροσαρμογής από μετάβαση σε ΔΛΠ/ΔΠΧΑ). Στις περιπτώσεις αυτές, η αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση  αποτυπώνεται ξεχωριστά στις οικονομικές καταστάσεις, βάσει του ΔΛΠ 12 ή των αντίστοιχων κανόνων των ΕΛΠ (άρθρο 23 ν. 4308/2014).

δ. Λοιπά Ειδικά Αφορολόγητα Αποθεματικά: Προέρχονται από συγκεκριμένες κατηγορίες εσόδων που είτε απαλλάσσονται ρητά από τον φόρο εισοδήματος είτε φορολογούνται με ειδικό, αυτοτελή τρόπο στην πηγή τους (λ.χ. υπεραξία από την πώληση συγκεκριμένων τίτλων ή χρηματοοικονομικών προϊόντων υπό ειδικές προϋποθέσεις). Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, μεταξύ άλλων: (i) τα τεχνικά αποθεματικά ασφαλιστικών εταιρειών, που προβλέπονταν υπό τον ν. 400/1970 (πλέον ν. 4364/2016), (ii) τα αφορολόγητα αποθεματικά ναυτιλιακών επιχειρήσεων κατ’ εφαρμογή ειδικών φορολογικών καθεστώτων, (iii) αποθεματικά κεφαλαιουχικών εταιρειών που ασκούν ορισμένες κανονιστικά ελεγχόμενες δραστηριότητες (λ.χ. εταιρείες ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003), καθώς και (iv) αποθεματικά που σχηματίστηκαν βάσει των άρθ. 22Α, 22Β κ.ά. του παλαιού Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ – ν. 2238/1994), τα οποία δεν απορροφήθηκαν ή δεν κεφαλαιοποιήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του νέου ΚΦΕ (01.01.2014) και για τα οποία εφαρμόζονται οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 72 του ισχύοντος ΚΦΕ (ν. 4172/2013).

Φορολογική Μεταχείριση κατά τη Διανομή

Η φορολόγηση των αφορολόγητων αποθεματικών σε περίπτωση διανομής τους λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο της εταιρείας (φορολόγηση ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα) και στο επίπεδο του μετόχου (παρακράτηση φόρου μερισμάτων), με κρίσιμη παράμετρο τον χρόνο σχηματισμού των αποθεματικών.

α. Φορολόγηση σε Εταιρικό Επίπεδο – Άρθρο 47 ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος – ΚΦΕ).

Σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 ΚΦΕ, τα κέρδη που διανέμουν τα νομικά πρόσωπα, επί των οποίων δεν έχει γίνει φορολόγηση στο επίπεδο του νομικού προσώπου, φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα κατά τον χρόνο διανομής (ή κεφαλαιοποίησής τους), συναθροιζόμενα με τα λοιπά αποτελέσματα (κέρδη ή ζημίες) με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλει η εταιρεία για την κρίσιμη χρήση (βλ. και ΠΟΛ.1059/18.3.2015).

Ειδικότερα, η εταιρεία καλείται να αποδώσει φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων (άρθρο 58 ΚΦΕ), με τον ισχύοντα κατά τον χρόνο διανομής συντελεστή. Σήμερα ο συντελεστής φορολόγησης ανέρχεται σε 22% (ν. 4799/2021). Επειδή το αποθεματικό εμφανίζεται στον ισολογισμό ως «καθαρό» (αφορολόγητο) ποσό, προκειμένου να φορολογηθεί πρέπει να αναχθεί σε μικτό, με την προσθήκη του αναλογούντος φόρου, ώστε, μετά την αφαίρεσή του, να προκύπτει το διανεμόμενο ποσό (βλ. ΠΟΛ 1014/2018).

β. Μεταβατικές Διατάξεις – Αποθεματικά Παρελθουσών Χρήσεων (Άρθρο 72 ΚΦΕ)

Ιδιαίτερης σημασίας είναι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 72 του ισχύοντος ΚΦΕ, οι οποίες ρυθμίζουν την τύχη συγκεκριμένων αποθεματικών που σχηματίστηκαν έως τις 31.12.2013 υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΦΕ (ν. 2238/1994), ιδίως των άρθρων 38 και 24 (εξαιρούνταν ρητά τα αφορολόγητα αποθεματικά των αναπτυξιακών νόμων). Όσα από τα αποθεματικά αυτά δεν «εξαντλήθηκαν» μέσω των ειδικών αυτοτελών ρυθμίσεων των ετών 2014 – 2015 (όπου προβλεπόταν αυτοτελής φορολόγηση με συντελεστή 15% ή 19%), ακολουθούν πλέον τον γενικό κανόνα του άρθρου 47 και φορολογούνται με τον τρέχοντα συντελεστή 22%. Επισημαίνεται, πάντως, ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ (ΣτΕ Ολ 2562-2563/2022) έκρινε ότι η ως άνω αυτοτελής φορολόγηση του άρθρου 72 § 12-13 ΚΦΕ αντίκειται στην απαγόρευση αναδρομικότητας του άρθρου 78 § 2 του Συντάγματος, καθ’ ο μέρος καταλαμβάνει αποθεματικά σχηματισθέντα πέραν του προηγούμενου της επιβολής του φόρου έτους, δεδομένου ότι ως αναδρομική επιβολή φόρου νοείται και ο περιορισμός ή η κατάργηση υφιστάμενης φορολογικής απαλλαγής. Το εφαρμοστέο φορολογικό καθεστώς εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο τα κέρδη αυτά φορολογήθηκαν (ή δεν φορολογήθηκαν) κατά τον χρόνο σχηματισμού τους. Ειδικότερα, διακρίνονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

–       Αποθεματικά από εντελώς αφορολόγητα κέρδη: Φορολογούνται με τον συντελεστή που ισχύει κατά τον χρόνο διανομής (ή κεφαλαιοποίησής τους) και η διανομή τους υπόκειται και σε παρακράτηση φόρου μερισμάτων.

–       Αποθεματικά από κέρδη που φορολογήθηκαν κατ’ αποκοπή ή με μειωμένο συντελεστή: Στις περιπτώσεις αυτές (λ.χ. κέρδη εισηγμένων Α.Ε. που φορολογήθηκαν με αναλογικό συντελεστή επί των διανεμηθέντων), η διανομή υπόκειται καταρχήν σε φορολόγηση κατ’ άρθρο 47 ΚΦΕ, με έκπτωση (πίστωση) του φόρου που είχε ήδη καταβληθεί κατά τον χρόνο σχηματισμού τους (βλ. ΠΟΛ.1059/2015)· πρόσθετος εταιρικός φόρος προκύπτει, συνεπώς, μόνο κατά το μέτρο που ο ισχύων συντελεστής υπερβαίνει τον ήδη καταβληθέντα φόρο, ενώ οφείλεται σε κάθε περίπτωση παρακράτηση φόρου μερισμάτων κατά τη διανομή τους.

–       Αποθεματικά από κέρδη που υποβλήθηκαν στον πλήρη εταιρικό φόρο του ν. 2238/1994: Διανέμονται χωρίς πρόσθετο εταιρικό φόρο (ο εταιρικός φόρος έχει ήδη αποδοθεί κατά τον χρόνο σχηματισμού τους), υπόκεινται όμως σε παρακράτηση φόρου μερισμάτων κατά τη διανομή τους.

γ. Ειδικό Καθεστώς Αναπτυξιακών Νόμων

Για τα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων, η πρόωρη ή μη εγκεκριμένη διανομή τους (χρήση για σκοπούς διαφορετικούς από τους νομίμως προβλεπόμενους) επιφέρει την αναδρομική φορολόγηση, μαζί με τόκους εκπρόθεσμης καταβολής και πρόστιμα, καθώς η απαλλαγή από τον φόρο είχε χορηγηθεί υπό τον ρητό όρο της συγκεκριμένης επενδυτικής χρήσης. Σημειώνεται ότι παλαιότερα καθεστώτα φορολογικών απαλλαγών εξετάστηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως παράνομες κρατικές ενισχύσεις (άρθρο 107 ΣΛΕΕ), συνιστώντας ενεργό κίνδυνο εντόκου ανάκτησης για όσες επιχειρήσεις διατηρούν μη εγκεκριμένα αποθεματικά.

δ. Φορολόγηση σε Επίπεδο Μετόχου

Ανεξαρτήτως του φόρου στο επίπεδο της εταιρείας, η διανομή αφορολόγητων αποθεματικών στους μετόχους της Α.Ε. υπόκειται σε παρακράτηση φόρου μερίσματος με συντελεστή 5% επί του μικτού ποσού διανομής, (άρθρα 36§2 και 64 ΚΦΕ).

Για φυσικά πρόσωπα – μετόχους, η παρακράτηση αυτή έχει εξαντλητικό χαρακτήρα (εφόσον δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα).

Για νομικά πρόσωπα – μετόχους, εφόσον συντρέχει περίπτωση διανομής ενδοομιλικών μερισμάτων (θυγατρική εταιρεία βγάζει κέρδη και τα μοιράζει στη μητρική της εταιρεία ως μέρισμα) δύναται να αποτραπεί η διπλή φορολόγηση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται σωρευτικά τα κριτήρια του νόμου περί απαλλαγής κατ’ άρθρο 48 ΚΦΕ (ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής στην Α.Ε. που διανέμει 10%, 24μηνη κατ’ ελάχιστον περίοδος διακράτησης του ποσοστού, νομικό πρόσωπο κατ’ Οδηγία Μητρικής – Θυγατρικής 2011/96/ΕΕ). Η παραπάνω απαλλαγή δεν εφαρμόζεται αυτόματα. Αποκλείεται ρητά αν η διανέμουσα εταιρεία εδρεύει σε κράτος μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (άρθρο 65 ΚΦΕ), καθώς και στην περίπτωση που τα εν λόγω μερίσματα που λαμβάνει η μητρική εκπίπτουν φορολογικά από τα κέρδη της θυγατρικής εταιρείας (υβριδικά χρηματοοικονομικά μέσα). Παράλληλα, εξετάζεται η ενδεχόμενη εφαρμογή του γενικού κανόνα κατά της φοροαποφυγής σε περιπτώσεις τεχνητών διευθετήσεων που στερούνται οικονομικής ουσίας και αποσκοπούν αποκλειστικά στην άντληση του φορολογικού πλεονεκτήματος.

De Facto Επίπτωση στις Ταμειακές Ροές & Πρακτικό Παράδειγμα

Η απόφαση διανομής ενός αφορολόγητου αποθεματικού προκαλεί μια απότομη ταμειακή επιβάρυνση για την επιχείρηση, σε αντίθεση με τη διανομή κερδών που έχουν, ήδη, φορολογηθεί σε προηγούμενες χρήσεις.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της επιβάρυνσης, παρατίθεται συγκριτικός πίνακας για τη διανομή καθαρού ποσού €100.000 προς τους μετόχους (με εταιρικό φόρο 22% και φόρο μερισμάτων 5%):

Στοιχείο σύγκρισηςΔιανομή ήδη φορολογημένων κερδώνΔιανομή αφορολόγητου αποθεματικού
Καθαρό Ποσό στην «τσέπη» του Μετόχου€100.000€100.000
Παρακρατούμενος Φόρος Μερισμάτων (5%)€5.263€5.263
Μικτό Ποσό προ Εταιρικού ΦόρουΔεν απαιτείται επανυπολογισμός€134.953
Φόρος Εισοδήματος Εταιρείας (22%)Έχει ήδη καταβληθεί σε προηγούμενα έτη€29.690 (Καταβάλλεται τώρα)
Συνολικό Ταμειακό Κόστος για την Εταιρεία€105.263€134.953
Ο πίνακας δείχνει το ταμειακό κόστος κατά τον χρόνο διανομής — για τα ήδη φορολογημένα κέρδη ο φόρος είχε ήδη καταβληθεί σε προηγούμενα έτη, οπότε η σύγκριση αφορά τη ρευστότητα της Α.Ε. και όχι συνολικό φορολογικό βάρος.

Όπως προκύπτει από τον πίνακα, για να λάβει ο μέτοχος το ίδιο ακριβώς καθαρό ποσό, η επιχείρηση στην περίπτωση του αφορολόγητου αποθεματικού υποχρεούται να καταβάλει –κατά την στιγμή της διανομής– €29.690 από το ταμείο της, λόγω της άμεσης άρσης της φορολογικής απαλλαγής του άρθρου 47 ΚΦΕ.

Διανομή – Εταιρικοί Περιορισμοί & Παγίδες

Πέρα από τις φορολογικές προεκτάσεις, η λήψη απόφασης για τη διανομή κερδών και αποθεματικών ρυθμίζεται αυστηρά από το εταιρικό δίκαιο (ν. 4548/2018), με σκοπό την προστασία της κεφαλαιακής επάρκειας της Α.Ε., των δανειστών της, αλλά και των μετόχων μειοψηφίας.

α. Νομοθετικοί Περιορισμοί κατά το Εταιρικό Δίκαιο (ν. 4548/2018):

  • Αποκλειστική Αρμοδιότητα Γενικής Συνέλευσης (άρθρο 117 § 1 ν. 4548/2018): Η έγκριση διανομής αποθεματικών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, η οποία αποφασίζει με συνήθεις ή αυξημένες προϋποθέσεις απαρτίας και πλειοψηφίας, ανάλογα με τη φύση του αποθεματικού και τις ειδικότερες προβλέψεις του καταστατικού.
  • Κανόνας Προστασίας της Καθαρής Θέσης (Άρθρο 159 ν. 4548/2018): Δεν επιτρέπεται καμία διανομή στους μετόχους, εάν, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας είναι —ή πρόκειται να καταστούν μετά τη διανομή— κατώτερα από το ποσό του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, προσαυξημένου με τα αποθεματικά των οποίων η διανομή απαγορεύεται από τον νόμο ή το καταστατικό, τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης που δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν και τα πιστωτικά κονδύλια της κατάστασης αποτελεσμάτων που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. Ο προσδιορισμός του διανεμητέου ποσού διενεργείται βάσει των εγκεκριμένων ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων.
  • Διασφάλιση Ελάχιστου μερίσματος (Άρθρο 161 ν. 4548/2018): Ο σχηματισμός προαιρετικών ή αφορολόγητων αποθεματικών από τα κέρδη της χρήσης τελεί υπό τον περιορισμό ότι δεν θίγεται το δικαίωμα των μετόχων επί του ελάχιστου μερίσματος (35% των καθαρών κερδών μετά την αφαίρεση του τακτικού αποθεματικού), εκτός εάν ληφθεί απόφαση της Γενικής Συνέλευσης με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

β. Εναλλακτικές Στρατηγικές & Φορολογικές Παγίδες:

Κεφαλαιοποίηση: Εναλλακτικά της διανομής, η εταιρεία δύναται να αποφασίσει, με απόφαση της Γ.Σ. (αυξημένης απαρτίας και πλειοψηφίας, εφόσον πρόκειται για αύξηση κεφαλαίου), την κεφαλαιοποίηση αφορολόγητων αποθεματικών, ήτοι τη μετατροπή τους σε μετοχικό κεφάλαιο μέσω έκδοσης νέων μετοχών που διανέμονται δωρεάν στους μετόχους. Η κεφαλαιοποίηση συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος στο επίπεδο της εταιρείας (κατ’ άρθ. 47 ΚΦΕ), χωρίς όμως να συνεπάγεται παρακράτηση φόρου μερισμάτων, εφόσον δεν πραγματοποιείται διανομή μετρητών στους μετόχους. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η αύξηση κεφαλαίου που πραγματοποιείται με κεφαλαιοποίηση κερδών, αποθεματικών ή προβλέψεων απαλλάσσεται από τον φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου (άρθρο 22 παρ. 2β ν. 1676/1986).Κίνδυνος υφίσταται στην περίπτωση αυτή, εφόσον η Α.Ε. στη συνέχεια, εντός ορισμένου χρόνου από την κεφαλαίοποίηση (λ.χ. εντός της 5ετίας ή 10ετίας που ορίζει ο εκάστοτε αναπτυξιακός νόμος) αποφασίσει μείωση μετοχικού κεφαλαίου με επιστροφή στους μετόχους, οπότε τεκμαίρεται από την φορολογική αρχή ότι επιστρέφονται πρώτα τα κεφαλαιοποιημένα αποθεματικά και επιβάλλεται αναδρομικά ο φόρος μερισμάτων που αποφεύχθηκε (τεχνητή διευθέτηση).

De facto/Έμμεση διανομή: Η άρση της φορολογικής απαλλαγής και ο καταλογισμός φόρου επί των αποθεματικών δεν επέρχεται πάντοτε με επίσημη εταιρική απόφαση, αλλά μπορεί να προκύψει αναγκαστικά (de facto) κατόπιν φορολογικού ελέγχου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 47 § 3 του ΚΦΕ, σε περιπτώσεις όπως ενδεικτικά:

  • Χρηματικές αναλήψεις ή δάνεια: Ποσά που αντλούν οι μέτοχοι από το ταμείο της εταιρείας, χωρίς επαρκή φορολογημένη κερδοφορία που να τα δικαιολογεί.
  • Κάλυψη μη παραγωγικών δαπανών: Δαπάνες προσωπικού χαρακτήρα υπέρ των μετόχων που επωμίζεται η εταιρεία και οι οποίες απορρίπτονται από τον έλεγχο ως μη αναγνωρίσιμες.
  • Συμψηφισμός ζημιών προηγούμενων χρήσεων: θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα ανάληψη του αποθεματικού και στη συνέχεια εισφορά αυτού για κάλυψη ζημιών (βλ. λ.χ. ΣτΕ 1436/2023, ΔΕΔΘεσ 1316/2021, ΔΕΔΘεσ 973/2019). 

γ. Η διάσταση των αφορολόγητων αποθεματικών στις  Εξαγορές και Συγχωνεύσεις (M&A):

Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης που εμπεριέχει αφορολόγητα αποθεματικά δεν αποτελεί αυτόματα γεγονός φορολογικής υποχρέωσης. Ωστόσο, ο αγοραστής (καθολικός διάδοχος) αναλαμβάνει de facto το σύνολο των λανθανουσών φορολογικών κινδύνων που συνοδεύουν τα σχετικά κονδύλια. Συνεπώς, κατά τον νομικό και οικονομικό έλεγχο της εταιρείας (Due Diligence, βλ. εδώ) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως λανθάνουσα φορολογική υποχρέωση, η οποία ενδέχεται να ενεργοποιηθεί μελλοντικά. Η ύπαρξή τους επηρεάζει άμεσα την τελική αποτίμηση και δικαιολογεί σε αρκετές περιπτώσεις αντίστοιχη μείωση του τιμήματος ή την πρόβλεψη ειδικής ρήτρας αποζημίωσης  στη σύμβαση μεταβίβασης (SPA), προκειμένου ο αγοραστής να θωρακιστεί έναντι μελλοντικών καταλογισμών από τη φορολογική διοίκηση.

Αντί Επιλόγου

Τα αφορολόγητα αποθεματικά αποτελούν σημαντικό χρηματοδοτικό εργαλείο στα χέρια των επιχειρήσεων, καθώς επιτρέπουν την επανεπένδυση της κερδοφορίας με μηδενικό ή μειωμένο φορολογικό κόστος στην αφετηρία της. Ωστόσο, η διατήρησή τους στον ισολογισμό της Α.Ε. δημιουργεί μια λανθάνουσα φορολογική υποχρέωση, που έρχεται στην επιφάνεια τη στιγμή που οι μέτοχοι θα αποφασίσουν τη «ρευστοποίησή» τους.

Ως εκ τούτου, κατά την αποτίμηση της σκοπιμότητας διανομής ή κεφαλαιοποίησης αφορολόγητων αποθεματικών, κρίσιμα ζητήματα αποτελούν: ο προσδιορισμός της κατηγορίας και του χρόνου σχηματισμού των αποθεματικών, η εφαρμοστέα μεταβατική ή ισχύουσα φορολογική ρύθμιση, το συνολικό φορολογικό κόστος σε επίπεδο εταιρείας και μετόχου, η δυνατότητα εφαρμογής της απαλλαγής μερισμάτων μεταξύ νομικών προσώπων, καθώς και οι ρυθμίσεις εκάστου αναπτυξιακού νόμου (εφόσον πρόκειται για τα σχετικά αποθεματικά).

Συνεπώς, από το σύνολο των ανωτέρω καθίσταται εμφανές ότι η απόφαση για τη διανομή (ή την κεφαλαιοποίηση) τέτοιων κονδυλίων δεν πρέπει να λαμβάνεται επιπόλαια. Αντιθέτως, καθίσταται αναγκαία η ενδελεχής εξέταση κάθε περίπτωσης πριν από την λήψη της απόφασης διανομής, ώστε να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική ισορροπία της εταιρείας και η πλήρης συμμόρφωσή της με τις επιταγές του εταιρικού νόμου και της φορολογικής διοίκησης.

ΣΥΝΑΦΗ ΑΡΘΡΑ ΣΥΝΑΦΗ CASE STUDIES & FAQSΣΥΝΑΦΗ ΝΕΑ & ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ