Δημοσιεύθηκαν προσφάτως οι υπ’ αριθ. 708/2026 και 709/2026 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), οι οποίες, κατόπιν αποδοχής της σχετικής ανακοπής (κατ’ ά. 933 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτής, ακύρωσαν την επιβληθείσα σε βάρος των εντολέων μας κατάσχεση (τόσο κατά το μέρος που αφορούσε την κατάσχεση στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας της μίας εντολέως μας όσο κατά το μέρος που αφορούσε το δικαίωμα επικαρπίας της έτερης εντολέως επί του ιδίου ακινήτου).

Το αξιοσημείωτο στην εν λόγω υπόθεση αφορά στην αποδοχή από το Δικαστήριο του προβαλλόμενου με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής μας λόγου ανακοπής που αφορούσε την απαίτηση που απορρέει από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με Εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου για την οποία επισπεύσθηκε η σε βάρος των εντολέων μας αναγκαστική εκτέλεση και μάλιστα τη συνολική παραγραφή της απαίτησης αυτής ύψους περίπου 1.000.000 ευρώ.

Ειδικότερα, όπως προβάλαμε με το ασκηθέν δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής μας προς ακύρωση της επιβληθείσας κατασχετήριας έκθεσης, όλες οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις του επίμαχου δανείου είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή (κατ’ ά. 250 αρ. 15 ΑΚ). Το ενδιαφέρον, ωστόσο, στη συγκεκριμένη υπόθεση εντοπίζεται στο γεγονός ότι αν και εν προκειμένω είχε λάβει χώρα καταγγελία του επίμαχου δανείου, αυτή (ενν. η καταγγελία) έλαβε χώρα μετά τη λήξη της δανειακής σύμβασης ορισμένου χρόνου, με αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ αντικειμένου μην ενεργοποιώντας περαιτέρω την επιμήκυνση παραγραφής των τοκοχρεωλυτικών δέσεων στην εικοσαετία. Με άλλα λόγια, η επιγενόμενη καταγγελία του δανείου δεν ανέπτυξε καμία έννομη συνέπεια, αφού όλες οι δόσεις του δανείου είχαν ήδη λήξει.

Κατά τις χαρακτηριστικές παραδοχές των υπ’ αριθ. 708/2026 και 709/2026 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έκαναν αποδεκτά τα ανωτέρω: «[…] Ωστόσο, η ανωτέρω καταγγελία που έλαβε χώρα μετά την από 03.03.2015 λήξη της ανωτέρω δανειακής σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν επέφερε τις έννομες συνέπειές της, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 341 ΑΚ, αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί δήλη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνο την παρέλευση της ημέρας αυτής και συνεπώς για την έναρξη της υπερημερίας του οφειλέτη, απαιτείται να έχει παρέλθει η συμφωνηθείσα δήλη ημέρα, δηλαδή εν προκειμένω 3η.03.2015, χωρίς να απαιτείται καταγγελία της σύμβασης για την περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση υπερημερίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομικής σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, όλες οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις του επίδικου δανείου, η τελευταία εκ των οποίων ήταν καταβλητέα την 03.03.2015, είχαν υποπέσει στο σύνολό τους στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 παρ. 15 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε και για την τελευταία εξ’ αυτών την 31.12.2020, καθόσον η πιστώτρια δεν ενεργοποίησε πριν την παρέλευση της ως άνω πενταετίας τον όρο 12 της δανειακής σύμβασης του επίδικου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτή το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και να καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο και ανεξόφλητο μέχρι τότε κεφάλαιο του δανείου. Επομένως, κατά τον χρόνο έκδοσης της υπ’ αριθ. … διαταγής πληρωμής δεν είχε πληρωθεί η αίρεση της καταγγελίας του δανείου πριν τη λήξη του […] αλλά αντιθέτως στην υπό κρίση περίπτωση η σύμβαση έληξε λόγω παρόδου της ορισθείσας χρονικής διάρκειας του δανείου και της συνακόλουθης υπερημερίας της πρωτοφειλέτριας εκ της μη καταβολής των οφειλόμενων περιοδικών δόσεων, οι οποίες συνεπώς διατηρούν την αυθυπαρξία τους και υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ […] Επομένως, η αξίωση της καθ’ ης προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η επίμαχη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας έχει παραγραφεί […]».

Για συναφή ζητήματα σχετικά με την παραγραφή δανειακών απαιτήσεων και την προσβολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, βλ. ενδεικτικά εδώ, εδώ και εδώ.

ΣΥΝΑΦΗ ΑΡΘΡΑ ΣΥΝΑΦΗ CASE STUDIES & FAQSΣΥΝΑΦΗ ΝΕΑ & ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ