Δημοσιεύθηκε πρόσφατα η υπ΄ αριθμ. 703/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση ύψους σχεδόν μισού εκατομμυρίου για ιατρικό σφάλμα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προέκυψε και από την ακροαματική διαδικασία, η ενάγουσα – εντολέας μας (ηλικίας μόλις 27 ετών) χειρουργήθηκε από τους εναγόμενους ιατρούς στη χειρουργική κλινική του, επίσης, εναγόμενου νοσηλευτικού ιδρύματος. Σκοπός της επέμβασης ήταν η αφαίρεση καλοήθους όγκου εγκεφάλου (ακουστικό νευρίνωμα) μεγέθους πέντε περίπου εκατοστών, με σκοπό την άρση των πιεστικών φαινομένων που αυτός δημιουργούσε στον εγκέφαλο της ενάγουσας και την άρση, ως εκ τούτου, του υπαρκτού κίνδυνου απώλειας όρασης, ακοής ή και της ίδιας της ζωής της τελευταίας. Οι εναγόμενοι – ιατροί (οι οποίοι χειρούργησαν διαλαβυρινθικά την ενάγουσα, δηλαδή με τομή λίγων εκατοστών πίσω από το αυτί), παρότι δεν κατάφεραν να αφαιρέσουν το σύνολο του όγκου, ισχυρίστηκαν ενώπιον αυτής και των οικείων της ψευδώς – ότι ο τελευταίος έχει αφαιρεθεί πλήρως. Παράλληλα, οι εναγόμενοι έδωσαν μετεγχειρητική οδηγία στην ενάγουσα να προβεί σε μαγνητική τομογραφία (MRI) εγκεφάλου σε δύο χρόνια από την διενέργεια της επεμβάσεως και όχι νωρίτερα, παρά το γεγονός ότι η αξονική τομογραφία που διενήργησαν μετά το επίμαχο χειρουργείο έδειχνε την παραμονή των πιεστικών φαινομένων στο στέλεχος του εγκεφάλου. Η διενέργεια, ωστόσο, της μαγνητικής τομογραφίας μετά από δύο έτη (σε υλοποίηση της μετεγχειρητικής οδηγίας) κατέδειξε την παραμονή του ιδίου όγκου (δήθεν αφαιρεθέντος) στο εγκέφαλο της ενάγουσας ο οποίος, λόγω της επί διετούς άσκησης πίεσης στα οπτικά νεύρα της τελευταίας, είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους οφθαλμούς της, δηλαδή ολική τύφλωση. Η άρση, δε, του κινδύνου ζωής της ενάγουσας επήλθε 2,5 περίπου έτη μετά το επίμαχο ως άνω χειρουργείο όταν, πλέον, κατόπιν νευροχειρουργικής επέμβασης, που ήταν και η ενδεδειγμένη για όγκους τέτοιου μεγέθους, αφαιρέθηκε πλήρως το νευρίνωμα. Η εσφαλμένη, δε, επιλογή χειρουργικής μεθόδου (διαλαβυρινθική αντί της ενδεδειγμένης κρανιονευροχειρουργικής) προκάλεσε και μόνιμη βλάβη του προσωπικού νεύρου, οδηγώντας σε πάρεση αυτού.

Κρίσιμες παραδοχές της απόφασης ιδίως αναφορικά με μόνιμη βλάβη των οπτικών νεύρων έχουν ως εξής:  «Περαιτέρω δε, η ευρεία και έγκαιρη αποσυμπίεση του στελέχους και του κοιλιακού συστήματος θα είχε πιθανότητες βελτίωσης και όχι την επιδείνωση της όρασης της ενάγουσας από 1/10 σε 1/20 μέσα στη διετία του επακολούθησε, διότι πριν το χειρουργείο η ενάγουσα με όραση 1-2/10 σπούδαζε και διάβαζε με γυαλιά, ενώ μετά το επίδικο χειρουργείο η όρασή της είναι 1/20 και είναι εγγεγραμμένη ως τυφλή. Μάλιστα, δυνάμει της από ….. γνωστοποίηση πιστοποίησης αναπηρίας το ποσοστό αναπηρίας της ενάγουσας ανέρχεται, πλέον, σε 99% εφ’ όρου ζωής, μεταξύ του οποίου, ποσοστό 95% αφορά την όραση {….} Διαπιστώνεται, έτσι, αποδεδειγμένη σωρεία αναποτελεσματικών χειρισμών των δρώντων ιατρών και ειδικότερα: υποβέλτιστη επιλογή προσπέλασης, αδυναμία διάγνωσης, έλλειψη μετεγχειρητικής απεικόνισης, επιπόλαιη θεραπεία και ανεπιτυχής εξαίρεση της εξεργασίας».

Ως προς την αποζημίωση να σημειωθεί ότι ως ηθική βλάβη από την ψυχική ταλαιπωρία και δοκιμασία που υπέστη η ενάγουσα επιδικάστηκε συνολικά ποσό σχεδόν 200.000 € (κατά τις διατάξεις των αρ. 914, 932 και της ειδικότερης αποζημίωσης λόγω αναπηρίας του αρ. 931 ΑΚ). Το δικαστήριο, δε, εκτιμώντας το νεαρό της ηλικίας της ενάγουσας, την παντελή αδυναμία της προς εργασία στο μέλλον, αλλά και την ανάγκη παροχής υπηρεσιών φροντίδας από ειδικό προς τούτο πρόσωπο, επιδίκασε και λοιπά κονδύλια αποζημίωσης για χρονικά διαστήματα 3 και 4 ετών αντίστοιχα. Δεδομένης, δε, της μονιμότητας της βλάβης η ενάγουσα θα επανέλθει με νέα αγωγικά αιτήματα καταβολής διαφυγόντων κερδών και λοιπών κονδυλίων παροχών για τα επόμενη έτη της ζωής της έναντι των, ήδη, καταδικασθέντων (ιατρών και νοσηλευτικού ιδρύματος).

ΣΥΝΑΦΗ ΑΡΘΡΑ