Δημοσιεύτηκε προσφάτως η υπ’ αριθ. 2478/2026 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της αντιδίκου – εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων και επικύρωσε την υπ’ αριθ. 36/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίνοντας παραγεγραμμένη απαίτηση από σύμβαση δανείου που συνήφθη μεταξύ των εντολέων μας και πιστωτικού ιδρύματος σε Ιαπωνικά Γιεν υπαγόμενη στο αγγλικό δίκαιο.
Η απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, διότι δέχθηκε ότι η επίμαχη σύμβαση δανείου, παρ’ όλο που δεν είχε τον χαρακτήρα «deed» κατά το αγγλικό δίκαιο (πρόκειται για μία σύμβαση αυξημένης τυπικής ισχύος που φέρει την σφραγίδα της εταιρείας), έφερε τις υπογραφές του Γενικού Διευθυντή και του Διευθυντή πιστώσεων, και, συνεπώς, τούτο είχε το ίδιο αποτέλεσμα σαν να είχε καταρτισθεί η σύμβαση ως «deed». Δηλαδή έπρεπε να εφαρμοστεί η δωδεκαετής παραγραφή του άρθρου 20 του Limitation Act 1980 (ειδικός κανόνας παραγραφής) και όχι η εξαετής που εφαρμόζεται σε απλές συμβάσεις (γενικός κανόνας παραγραφής).
Παρά ταύτα, η απαίτηση από την σύμβαση δανείου κρίθηκε παραγεγραμμένη, καθώς είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη ήδη από το έτος 2007, ενώ η αγωγή ασκήθηκε το 2022, δηλαδή μετά την πάροδο της δωδεκαετίας. Κρίσιμη είναι η παραδοχή της απόφασης ότι στο αγγλικό δίκαιο δεν υφίσταται θεσμός διακοπής της παραγραφής αντίστοιχος προς τον ελληνικό. Όπως χαρακτηριστικά δέχθηκε η απόφαση: «Σε αντίθεση με το ελληνικό δίκαιο και την πλειονότητα των ηπειρωτικών δικαίων στο αγγλικό δίκαιο γενικά δεν είναι δυνατό ο ενάγων να προτείνει τον ισχυρισμό της διακοπής (interruption) της παραγραφής ως συνέπεια κατάθεσης αγωγής με αίτημα την επιδίκαση απαίτησης από σύμβαση λ.χ. δανείου». Και περαιτέρω: «δεν υπάρχει στο αγγλικό δίκαιο η έννοια της διακοπής της παραγραφής αλλά παρέχεται μόνο στους διαδίκους η δυνατότητα να σταματήσουν το ρολόι του χρόνου (stop the clock) και να συμφωνήσουν (standstill agreement) εγκαίρως».
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αντιδίκου – εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων ότι η προηγούμενη αγωγή που είχε ασκήσει το 2012 είχε διακόψει την παραγραφή κατά τα άρθρα 263 επ. ΑΚ. Έκρινε ότι, αφού η ένδικη σύμβαση υπαγόταν στο αγγλικό δίκαιο, η παραγραφή έπρεπε να εξεταστεί βάσει του αγγλικού δικαίου και όχι του ελληνικού, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει δεκτή διακοπή της παραγραφής λόγω άσκησης προγενέστερης αγωγής, δεδομένου ότι στο αγγλικό δίκαιο δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη.
Κατά συνέπεια, η απόφαση κατέληξε ότι η απαίτηση είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή και ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, απορρίπτοντας την έφεση και καταδικάζοντας την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων.