Κρίσιμα σημεία:
- Η υπόθεση αφορούσε στην είσπραξη της απαίτησης μίας εταιρείας δραστηριοποιούμενης στον χώρο των γαλακτοκομικών από την πελάτισσά της εταιρεία που πωλούσε τελικά προϊόντα. Η προμηθεύτρια εταιρεία είχε ήδη από το 2012 πετύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις που διατηρούσε κατά της πελάτισσάς της από επιταγές που της είχε παραδώσει. Ωστόσο, η πελάτισσα εταιρεία είχε διακόψει τη λειτουργία της, όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά σε πολλούς δανειστές και ο πλειστηριασμός του μοναδικού στοιχείου που είχαν οι προσωπικώς ευθυνόμενοι εταίροι της ματαιωνόταν διαρκώς λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών.
- Η ορθή υποστήριξη της υπόθεσης οδήγησε στην έκδοση απόφασης που αναγνώρισε ότι η οφειλέτρια είχε μεταβιβάσει το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας της σε νέα εταιρεία με νόμιμη εκπρόσωπο τη μητέρα των εταίρων της αρχικής οφειλέτριας και, ως εκ τούτου, η νέα εταιρεία συνευθυνόταν μαζί με την παλαιά για την αποπληρωμή της οφειλής.
- Η ενδελεχής έρευνα, καταρχήν μέσω των στοιχείων που υπήρχαν αναρτημένα στο διαδίκτυο, οδήγησε στη διασύνδεσή της οφειλέτριας εταιρείας με τη διάδοχο ΕΠΕ και συνεπώς ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 479 ΑΚ που προβλέπει ότι σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης ευθύνονται σωρευτικά έναντι του πιστωτή τόσο ο μεταβιβάζων την περιουσία ή επιχείρηση όσο και ο αποκτών.
- Το πλέον κρίσιμο στοιχείο υπήρξε η συγκέντρωση του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού για την απόδειξη ότι εν προκειμένω υπήρξε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης. Το αποδεικτικό υλικό συγκεντρώθηκε από έγγραφα που προσκόμισαν οι εντολείς, από αναζήτηση σε διαδικτυακές πλατφόρμες, αλλά και με λήψη εγγράφων από τις αρμόδιες υπηρεσίες κατόπιν έκδοσης σχετικών εισαγγελικών παραγγελιών. Έτσι, συγκεντρώθηκαν έγγραφα που πιστοποιούσαν ότι υπήρξε μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του βιομηχανικού ακινήτου στην ΕΠΕ και στα οποία υπήρχε ομολογία περί της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης υπό τον νέο φορέα.
- Η ορθή επεξεργασία και αξιοποίηση του αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε στο δικαστήριο από την αντίδικη πλευρά. Η αντίδικος προσκόμισε συμφωνητικά μίσθωσης τόσο των εγκαταστάσεων όσο και του εξοπλισμού, από τα οποία προέκυπτε ότι το μίσθωμα ήταν ιδιαιτέρως χαμηλό σε σχέση με την αξία του ακινήτου και του εξοπλισμού που είχε εκμισθωθεί, πράγμα που υποδήλωνε την εικονικότητα των σχετικών συμβάσεων.
Η εκδοθείσα απόφαση αναφέρει, μεταξύ άλλων: «…με το από 14/6/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η ανωτέρω εταιρεία, με τη συναίνεση των κυρίων του ακινήτου, προέβη στην υπομίσθωση του ακινήτου αυτού προς την εναγομένη με μηνιαίο μίσθωμα και πάλι το ποσό των 158 ευρώ, ενώ εκμισθώθηκε και ο ήδη υπάρχων, στο ακίνητο αυτό, εξοπλισμός της εταιρείας […] (ενν. της οφειλέτριας), προς την εναγομένη, συνολικής αξίας 417.290,99 ευρώ έναντι μισθώματος 526 ευρώ ανά τρίμηνο, ήτοι 175,33 ευρώ το μήνα. Από όλα τα ανωτέρω και ειδικότερα από τη συγγενική σχέση της μοναδικής εταίρου της εναγομένης εταιρείας με τους εταίρους της […] (ενν. της οφειλέτριας), ήτοι μητέρα τους, από το γεγονός ότι με την ανωτέρω από 14/6/20111 σύμβαση μίσθωσης εκμισθώθηκε ακίνητο εκτάσεως 7.920,95 τ.μ. έναντι του ποσού των 158 ευρλω μηνιαίως και μάλιστα έξι έτη από την προηγούμενη μίσθωση χωρίς καμία αναπροσαρμογή, καθώς και εξοπλισμός συνολικής αξίας 417.290,99 ευρώ, έναντι μηνιαίου μισθώματος 175,33 ευρώ, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην αξία του εξοπλισμού, καθώς και από το γεγονός ότι η ίδια η μοναδική εταίρος της εναγομένης ΕΠΕ δήλωσε ότι η εταιρεία αποτελεί συνέχεια της προγούμενης επιχείρησης που διατηρούσαν τα τέκνα της, στον ίδιο χώρο και με τον ίδιο εξοπλισμό, οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω από 14/6/2011 σύμβαση μισθώσεως, ουδέποτε καταρτίστηκε έγκυρα από τους συμβαλλόμενους, αλλά εικονικά […] Επομένως εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι πράγματι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται μεταβίβαση περιουσίας, κρυπτόμενη υπό την πρόφαση εικονικής μισθώσεως και επομένως καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος». Η εν λόγω απόφαση, στη συνέχεια, επικυρώθηκε από την απόφαση του Εφετείου, κατόπιν άσκησης έφεσης από την ΕΠΕ.