Στο παρόν οδηγό παρουσιάζονται οι πιο συχνές ερωτήσεις σχετικά με τα ποινικά αδικήματα της φοροδιαφυγής και της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Η αναλυτική παρουσίαση βασίζεται σε πρόσφατη νομολογία και νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024).
1. Τα Δύο Βασικά Αδικήματα
Ε1: Τι είναι το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ποια είναι τα ποσοτικά όρια αξιοποίνου;
Το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προβλέπεται από το άρθρο 25 του νόμου 1882/1990 και αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα απαντώμενα στις δικαστικές αίθουσες. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι κάθε οφειλή προς το Δημόσιο μπορεί να αποτελέσει μέρος του πίνακα χρεών ο οποίος και εν τέλει στηρίζει την κατηγορία: οφειλές από εκχωρημένα μισθώματα, από δάνεια με εγγύηση δημοσίου, από συμβάσεις με το Δημόσιο, από φορολογικές οφειλές κτλ. Ειδικότερα, η διατύπωση της διάταξης έχει ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο […] για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος […] υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος […] υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ» (αρ. 25 παρ. 1 ν. 1882/1990).
Δείτε αναλυτικά: Αδίκημα μη καταβολής χρεών: ν. 5090/2024
Ε2: Πότε αναστέλλεται ή εξαλείφεται το αξιόποινο λόγω ρύθμισης ή εξόφλησης;
Βάσει της παραγράφου 5 του άρθρου 25: «Με την παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής του χρέους […] αναστέλλεται η ποινική δίωξη, για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση και ο οφειλέτης είναι συνεπής με τους όρους της ρύθμισης και τελικά εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης. Επίσης, για τον ίδιο λόγο αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής ή διακόπτεται η εκτέλεση αυτής που άρχισε, η οποία τελικά εξαλείφεται σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης». Πέραν της τμηματικής ρύθμισης, δυνατή είναι η αναστολή ποινικής δίωξης μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού (ν. 4738/2020), όπου «από την υποβολή της αίτησης […] αναστέλλεται […] η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 […] αναφορικά με τις οφειλές, των οποίων ζητείται η ρύθμιση» (άρθρο 18 ν. 4738/2020).
Δείτε αναλυτικά: Αδίκημα μη καταβολής χρεών: ν. 5090/2024
Ε3: Τι αδίκημα τυποποιεί το άρθρο 79 ΚΦΔ (ν. 5104/2024) και ποιες ποινές προβλέπει;
Στον νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024) τυποποιούνται τρεις βασικές κατηγορίες αξιόποινων συμπεριφορών: i) φοροδιαφυγή στο εισόδημα και στη φορολογία ακινήτων (αρ. 79 παρ. 1α) — με κυριότερη έκφανση την παράλειψη ή ανακριβή δήλωση, ii) φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ και σε παρακρατούμενους φόρους (αρ. 79 παρ. 1β), και iii) φοροδιαφυγή μέσω εικονικών, πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων (αρ. 79 παρ. 5). Ως προς τα ποσοτικά όρια: η πράξη είναι πλημμεληματική αν ο φόρος εισοδήματος υπερβαίνει τις €100.000 ανά χρήση, ο ΦΠΑ τις €50.000 ανά χρήση, ή η αξία εικονικών στοιχείων τις €75.000. Αποκτά κακουργηματικό χαρακτήρα — με πρόσκαιρη κάθειρξη 5–15 ετών — όταν τα ποσά αυτά υπερβαίνουν τις €150.000, €100.000 και €200.000 αντίστοιχα.
Δείτε αναλυτικά: Υπερασπιστικοί ισχυρισμοί στο αδίκημα φοροδιαφυγής
2. Άρθρο 469 νΠΚ — Αφαίρεση Ποσών από τον Πίνακα Χρεών
Ε4: Τι αλλαγή επέφερε το άρθρο 469 νΠΚ και πώς το ερμηνεύει η ΟλΑΠ 1/2023;
Σύμφωνα με το άρθρο 469 νΠΚ: «Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών […] δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται […] τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 79 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις». Ωστόσο, η ΟλΑΠ 1/2023 έκρινε ότι η αφαίρεση αυτή ισχύει μόνο όταν τα ποσά φοροδιαφυγής υπερβαίνουν τα όρια αξιοποίνου (>€100.000 εισόδημα, >€50.000 ΦΠΑ κατά χρήση).
Ε5: Αφαιρούνται από τον πίνακα χρεών και τα πρόστιμα ΚΒΣ που συνδέονται με εικονικά τιμολόγια;
Αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για φερόμενα χρέη ~€3.500.000 δέχθηκε ότι κατόπιν εισαγωγής του αρ. 469 ΠΚ αφαιρούνται από τον πίνακα χρεών τα ποσά φοροδιαφυγής (αρ. 79 ΚΦΔ) καθώς και τα συναρτώμενα διοικητικά πρόστιμα, ανεξαρτήτως ποσού. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι περισσότερες εγγραφές αφορούσαν «πρόστιμα που είχαν επιβληθεί μετά από την έκδοση φερόμενων ως πλαστών φορολογικών στοιχείων (έφεραν μάλιστα την περιγραφή: Πρόστιμο Κ.Β.Σ., δηλαδή πρόστιμο του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων)». Κατόπιν αφαίρεσης αυτών των εγγραφών, οι απομένουσες οφειλές έπεσαν κάτω του αξιόποινου ορίου — και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε.
Δείτε αναλυτικά: Μη συνυπολογισμός προστίμων ΚΒΣ 3.500.000€
3. Ευθύνη και Υπεράσπιση Εκπροσώπων Νομικών Προσώπων
Ε6: Ποια πρόσωπα ευθύνονται ποινικά για τα χρέη εταιρείας προς το Δημόσιο και για φοροδιαφυγή;
Τα σημαντικότερα αδικήματα της κατηγορίας αυτής — μη καταβολή χρεών (αρ. 25 ν. 1882/1990) και φοροδιαφυγή (αρ. 79 ΚΦΔ) — απαντώνται καθημερινά στα δικαστήρια, με κατηγορουμένους τους εκπροσώπους των οφειλετών νομικών προσώπων. Το άρθρο 25 παρ. 2 ν. 1882/1990 ορίζει ότι ποινικά ευθύνονται: «α) Για ημεδαπές ΑΕ: οι πρόεδροι ΔΣ, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι ή διοικητές ή γενικοί διευθυντές ή διευθυντές ή κάθε πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση ή διαχείριση […] β) Για ΟΕ ή ΕΕ: οι ομόρρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές. γ) Για ΕΠΕ: οι διαχειριστές, κι αν ελλείπουν, κάθε εταίρος σωρευτικά ή μη» (αρ. 25 παρ. 2 ν. 1882/1990).
Δείτε αναλυτικά: Ποινική αντιμετώπιση διοικούντων νομικά πρόσωπα
Ε7: Πώς αποδεικνύεται η πραγματική (ουσιαστική) συμμετοχή εκπροσώπου στη διαχείριση εταιρείας — και ποιος φέρει το βάρος απόδειξης;
Κατά πάγια νομολογία, η τυπική κατοχή της ιδιότητας νομίμου εκπροσώπου δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης — απαιτείται να αποδειχθεί ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση ή διαχείριση της εταιρείας. Κατά το άρθρο 178 παρ. 2 νΚΠΔ, ουδέποτε φέρει ο κατηγορούμενος το βάρος απόδειξης· αυτό ανήκει αποκλειστικά στον Εισαγγελέα. Στην πράξη, η υπεράσπιση μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει: α) ότι άλλα πρόσωπα ασκούσαν την πραγματική διαχείριση και λάμβαναν τις αποφάσεις, β) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόσβαση στις τραπεζικές συναλλαγές ή τα λογιστικά βιβλία, γ) ότι η εκπροσώπηση ανελήφθη σε ηλικία ή υπό συνθήκες που καθιστούν αδύνατη την ουσιαστική εμπλοκή. Κρίσιμα αποδεικτικά μέσα αποτελούν μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα που αποδεικνύουν ποιος πράγματι αποφάσιζε, καθώς και τυχόν προγενέστερες αθωωτικές αποφάσεις για τον ίδιο κατηγορούμενο στην ίδια εταιρεία — τις οποίες τα δικαστήρια υποχρεούνται να συνεκτιμούν.
Δείτε αναλυτικά: Ποινική αντιμετώπιση διοικούντων νομικά πρόσωπα
Ε8: Πότε η επιβολή διοικητικού προστίμου αποκλείει μεταγενέστερη ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή (ne bis in idem);
Στο αρ. 57 ΚΠΔ ορίζεται: «1. Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός». Στην πράξη, το πρόβλημα ανακύπτει όταν ο κατηγορούμενος για φοροδιαφυγή έχει ήδη υποστεί διοικητικές κυρώσεις που φέρουν, επί της ουσίας, ποινικό χαρακτήρα. Σχετική είναι η απόφαση ΕΔΔΑ Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδος (30.4.2015), βάσει της οποίας: «Ο ποινικός χαρακτηρισμός μιας διαδικασίας εξαρτάται από το βαθμό της αυστηρότητας της επαπειλούμενης κύρωσης […] και όχι από τη βαρύτητα της τελικώς επιβληθείσας κύρωσης». Συνεπώς, εφόσον το διοικητικό πρόστιμο είναι κατά τη φύση του ποινικό, η μεταγενέστερη ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά ενδέχεται να παραβιάζει την αρχή ne bis in idem.
Δείτε αναλυτικά: Υπερασπιστικοί ισχυρισμοί στο αδίκημα φοροδιαφυγής
Ε9: Πότε ο «τυπικός» εκπρόσωπος εταιρείας αθωώνεται λόγω έλλειψης πραγματικής διαχείρισης;
Η ΑΠ 100/2019 αναίρεσε δευτεροβάθμια απόφαση που απέρριψε ισχυρισμό κατηγορουμένου για τυπική και μόνο συμμετοχή του στην εταιρεία: «Έσφαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο […] απορρίπτοντας αρνητικό του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτη των χρεών μόνο τυπικά, όντας απλώς εργαζόμενος της και μη έχοντας εν τοις πράγμασι καμία σχέση με τη διοίκησή της, δίχως να συνεκτιμήσει τις προσκομισθείσες από την υπεράσπιση […] πέντε προγενέστερες απαλλακτικές αποφάσεις». Στην ίδια κατεύθυνση, η ΑΠ 1568/2018 αθώωσε «τύποις» διαχειριστή ΕΠΕ: «Εν τούτοις δεν αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε ουσιαστικά και όχι μόνο τύποις στη διοίκηση της εταιρείας […] δεδομένου ότι ο μάρτυρας υπεράσπισης […] καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ασχολούταν με τις πανεπιστημιακές του σπουδές».
Δείτε αναλυτικά: Ποινική αντιμετώπιση διοικούντων νομικά πρόσωπα
4. Εξωλογιστικός Προσδιορισμός και Εικονικά Τιμολόγια
Ε10: Γιατί ο εξωλογιστικός προσδιορισμός εισοδήματος δεν μπορεί να θεμελιώσει καταδίκη για φοροδιαφυγή;
Η έννοια του «εισοδήματος», ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος φοροδιαφυγής, προϋποθέτει πραγματικά εισοδήματα που αποδεδειγμένα εισήλθαν στην περιουσία του φορολογούμενου. Νομοθετικά τεκμήρια εισοδήματος λειτουργούν στη φορολογική-διοικητική δίκη, αλλά όχι στο ποινικό ακροατήριο, όπου ισχύει στο πλήρες εύρος του το τεκμήριο αθωότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο ορθός εξωλογιστικός προσδιορισμός εισοδήματος διαμόρφωσε τελικό ποσό €77.597 αντί των €336.717 που αναφέρονταν στο κατηγορητήριο — ποσό κάτω του αξιόποινου ορίου των €100.000, οδηγώντας σε αθώωση κατηγορουμένου που αντιμετώπιζε κακούργημα. Επιπλέον, ποσά φερόμενων ως εικονικών τιμολογίων δεν μπορούν να προστίθενται στο τεκμαιρόμενο εισόδημα, καθώς αντιστοιχούν σε ανύπαρκτες συναλλαγές (ΤρΠλΘεσ 11249/2016).
Δείτε αναλυτικά: Φοροδιαφυγή και εξωλογιστικός προσδιορισμός εισοδημάτων
Ε11: Πώς η πλήρης εξόφληση φόρων και προστίμων εξαλείφει το αξιόποινο στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων;
Απόφαση του Πλημμελειοδικείου Αθηνών αθώωσε εντολέα μας για αδίκημα αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων εντός της χρήσης 2014. Το Δικαστήριο δέχθηκε ισχυρισμό για διοικητική διευθέτηση της διαφοράς και εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω ολικής εξόφλησης φόρων και διοικητικών προστίμων. Το σκεπτικό βασίστηκε στο άρθρο 24 παρ. 2 ν. 2523/1997: «Στις περιπτώσεις του συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού ή της με άλλο τρόπο ολικής διοικητικής περαίωσης της διαφοράς δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του παρόντος». Η διάταξη αυτή, τόνισε το Δικαστήριο, ουδέποτε καταργήθηκε ρητώς με την εισαγωγή του ΚΦΔ — ερμηνεία που επικυρώθηκε και από την ΑΠ 743/2020.
Δείτε αναλυτικά: Παύση δίωξης σε αποδοχή εικονικών τιμολογίων