Περίληψη
Ο πραγματογνώμονας στην πολιτική δίκη δεν είναι απλώς ένας βοηθός του δικαστηρίου, αλλά ο φορέας της εξειδικευμένης γνώσης που οδηγεί στην ορθή δικανική κρίση. Η αναγνώριση του δικαιώματος του για εύλογη αμοιβή και αποζημίωση δαπανών αποτελεί θεμελιώδη αρχή, η οποία όμως συνοδεύεται από κρίσιμα ερωτήματα: Ποιος είναι ο υπόχρεος προς καταβολή και πώς διασφαλίζεται η είσπραξη της απαίτησης; Στο παρόν άρθρο διερευνούμε το νομικό πλαίσιο και τις σύγχρονες τάσεις της θεωρίας και της νομολογίας γύρω από το κρίσιμο ζήτημα της αμοιβής των πραγματογνωμόνων.
Εισαγωγή
Ο πραγματογνώμονας στην πολιτική δίκη αποτελεί βοηθό του δικαστηρίου, ο οποίος διορίζεται κατά την κρίση του. Η αποστολή του είναι καίρια: να εισφέρει στο δικαιοδοτικό έργο την εξειδικευμένη επιστημονική γνώση που ο δικαστής, ως νομικός, δεν διαθέτει. Με τον τρόπο αυτό, η πραγματογνωμοσύνη λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ δικαίου και επιστήμης, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
Η συμβολή αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να ιδωθεί ως άμισθη υπηρεσία. Η διενέργεια μιας πραγματογνωμοσύνης προϋποθέτει χρόνο, εξειδικευμένες γνώσεις, και συχνά σημαντικές δαπάνες. Κατά συνέπεια, ο διορισθείς πραγματογνώμονας δικαιούται εύλογης αμοιβής, για τις παρεχόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες, και αποζημίωσης, για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Δεδομένου λοιπόν, ότι η σύνταξη μιας πραγματογνωμοσύνης αποτελεί μία απαιτητική και συχνά χρονοβόρα διαδικασία, κρίνεται αναγκαία η διερεύνηση των πρακτικών πτυχών της αμοιβής του πραγματογνώμονα, τις οποίες επιχειρεί να αναδείξει το παρόν άρθρο: ποιος έχει την υποχρέωση καταβολής της, πώς καθορίζεται η δικαιούμενη «εύλογη αμοιβή», και ποιες νομικές δυνατότητες διαθέτει ο πραγματογνώμων σε περίπτωση μη καταβολής της.
Νομικό Πλαίσιο και υπόχρεος καταβολής
Το δικαίωμα αμοιβής του πραγματογνώμονα προβλέπεται ρητώς στην ελληνική νομοθεσία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων 173 παρ. 3, 189 παρ. 1δ και 614 παρ. 5γ ΚΠολΔ, προκύπτει πως ο πραγματογνώμονας δικαιούται αμοιβής για την εργασία που παρείχε καθώς και αποζημίωσης για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η πρόβλεψη αυτή αποτυπώνει μια βασική αρχή: η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί εξειδικευμένη επιστημονική εργασία και όχι απλή διαδικαστική συνδρομή προς το δικαστήριο. Συνεπώς, η παροχή της δεν μπορεί να θεωρηθεί άμισθη υπηρεσία προς τη δικαιοσύνη.
Παρά τη σαφή αναγνώριση του δικαιώματος αμοιβής, το ζήτημα του υπόχρεου προς καταβολή της απασχόλησε στο παρελθόν, έντονα τη θεωρία και τη νομολογία. Η δυσκολία οφείλεται στο ιδιαίτερο θεσμικό καθεστώς του πραγματογνώμονα: αφενός διορίζεται από το δικαστήριο και λειτουργεί ως βοηθός του, αφετέρου η πραγματογνωμοσύνη εντάσσεται στο αποδεικτικό υλικό που επικαλούνται και αξιοποιούν οι διάδικοι.
Στη θεωρία έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις σχετικά με τον υπόχρεο καταβολής της διαταχθείσας από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με μία πρώτη προσέγγιση, -η οποία αντιμετωπίζει τον πραγματογνώμονα ως δημόσιο λειτουργό και τη σχέση του με τη δίκη ως μια σχέση δημοσίου δικαίου- το ποιος πρέπει να πληρώσει την αμοιβή δεν εξαρτάται από το ποιος ζήτησε την πραγματογνωμοσύνη, αλλά από το ποιος έχει το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης. Εδώ, η προκαταβολή της αμοιβής αποτελεί ένα “βάρος” του διαδίκου: αν δεν πληρώσει, δεν προχωρά η απόδειξη. Σε μια τέτοια περίπτωση, μάλιστα, υποστηρίχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας, δεν μπορεί να εξαναγκάσει τους διαδίκου σε καταβολή, και ως εκ τούτου διατηρεί αξίωση απευθείας κατά της Πολιτείας που τον διόρισε.
Κατά μία άλλη άποψη, ο πραγματογνώμονας έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αμοιβή του από τον διάδικο που ανέλαβε την πρωτοβουλία και φρόντισε για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης (τον επισπεύδοντα). Αυτό ισχύει ακόμη και αν ο συγκεκριμένος διάδικος δεν είχε το βάρος της απόδειξης ή αν ο διορισμός του πραγματογνώμονα έγινε μετά από αίτημα του αντιδίκου του ή με αυτεπάγγελτη απόφαση του δικαστηρίου. Με βάση αυτή τη γνώμη, ο διάδικος που έχασε τη δίκη και καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα δεν ευθύνεται για την αμοιβή του πραγματογνώμονα, εκτός αν ήταν ο ίδιος που κίνησε τη διαδικασία της διεξαγωγής της.
Η τρίτη προσέγγιση εντάσσει την αμοιβή του πραγματογνώμονα στο πλαίσιο των δικαστικών εξόδων, θεωρώντας ότι το τελικό οικονομικό βάρος θα πρέπει να φέρει ο ηττηθείς διάδικος, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες περί δικαστικής δαπάνης.
Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στη θεωρία και τη νομολογία, υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής των πραγματογνωμόνων είναι ο διάδικος που επιμελείται τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 173 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρόκειται για εκείνον που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να γνωστοποιήσει στους πραγματογνώμονες τον διορισμό τους και τους προσκαλεί να ορκιστούν (άρθρο 385 ΚΠολΔ) και να εκτελέσουν το έργο τους. Η υποχρέωση αυτή του επισπεύδοντος παραμένει ισχυρή ανεξάρτητα από το αν στο μεταξύ εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση που επέβαλε τα έξοδα σε βάρος άλλου διαδίκου. Επίσης, η ευθύνη του δεν επηρεάζεται από το αν η πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε μετά από δική του αίτηση, μετά από αίτηση όλων των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή ακόμη και αν υπήρξε προηγούμενη συμφωνία των διαδίκων για το ποιος θα επωμιστεί τελικά τα έξοδα.
Καθορισμός εύλογης αμοιβής
Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα του καθορισμού της εύλογης αμοιβής. Η τελευταία περιλαμβάνει τόσο την «καθαρή» αμοιβή του πραγματογνώμονα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, όσο και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (λ.χ. μετακινήσεις, διαμονή, εργαστηριακές εξετάσεις, υλικά, φωτογραφήσεις/σχέδια, ενδεχόμενο βοηθητικό προσωπικό κ.λπ.)
Ο νόμος δεν καθορίζει συγκεκριμένο ποσό αλλά αφήνει το ύψος της αμοιβής στην κρίση του δικαστηρίου. Η κρίση αυτή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη δυσκολία της πραγματογνωμοσύνης, τον χρόνο που απαιτήθηκε για τη διενέργειά της, το επίπεδο της επιστημονικής εξειδίκευσης του πραγματογνώμονα και τις πραγματικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν.
Αξίζει να τονισθεί πως οι πραγματογνώμονες δεν έχουν την υποχρέωση να περιμένουν την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης, και πολύ περισσότερο μιας τελεσίδικης, προκειμένου να πληρωθούν για τις υπηρεσίες τους. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα επέλεγαν πιθανότατα να απέχουν από την ανάληψη μιας τέτοιας υποχρέωσης, καθώς η συνήθης καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των δικών θα σήμαινε τη διαιώνιση της αναμονής για την είσπραξη της αμοιβής τους. Αντιθέτως, δικαιούνται να λάβουν την αμοιβή τους προκαταβολικά, και σε κάθε περίπτωση μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την κατάθεση της έγγραφης γνωμοδότησής τους στη γραμματεία του δικαστηρίου.
Τέλος, σε περίπτωση μη καταβολής της αμοιβής, ο πραγματογνώμονας δύναται να διεκδικήσει και δικαστικά την εν λόγω απαίτησή του, η οποία παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας από τη λήξη του έτους που γεννήθηκε. Με τον τρόπο αυτό ο νομοθέτης διασφαλίζει ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως θεσμός που υπηρετεί τη δικαιοσύνη, δεν θα αποδυναμωθεί από την αβεβαιότητα ως προς την αμοιβή των πραγματογνωμόνων που την εκτελούν.
Αντί επιλόγου
Η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την απονομή της δικαιοσύνης σε υποθέσεις που απαιτούν εξειδικευμένη επιστημονική γνώση. Ο πραγματογνώμονας δεν υποκαθιστά τον δικαστή, αλλά συμπληρώνει το έργο του, παρέχοντας την τεχνική ή επιστημονική βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η δικανική κρίση.
Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η αμοιβή του δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον διαδικαστικό ζήτημα. Η σαφής κατανόηση των κανόνων που διέπουν τον καθορισμό και την καταβολή της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση τόσο για τους ίδιους τους πραγματογνώμονες όσο και για τους διαδίκους και τους νομικούς τους παραστάτες.
Σε τελική ανάλυση, η ορθή ρύθμιση και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων δεν προστατεύει μόνο το δικαίωμα αμοιβής του πραγματογνώμονα. Διασφαλίζει, κυρίως, ότι η πραγματογνωμοσύνη θα συνεχίσει να επιτελεί τον θεσμικό της ρόλο: να λειτουργεί ως το αναγκαίο σημείο συνάντησης μεταξύ δικαίου και επιστήμης, προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.