Η αύξηση του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας αποτελεί μια από τις κύριες μορφές χρηματοδότησής της. Αντιδιαστέλλεται προς την χρηματοδότηση από εξωτερικές πηγές (δανεισμός), αλλά και προς την πλέον ευέλικτη χρηματοδότηση μέσω υβριδικών μορφωμάτων (βλ. εδώ και εδώ). Στο παρόν, θα ασχοληθούμε με μια επιμέρους μορφή αύξησης κεφαλαίου, αυτής που συντελείται με την καταβολή εισφορών σε είδος, καθώς και με την περίπτωση της έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο, που μπορεί να προκύψει ως συνεπεία της εν λόγω αύξησης.
Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας:
Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας λαμβάνει χώρα καταρχήν είτε με την έκδοση νέων μετοχών είτε με αύξηση της ονομαστικής αξίας των ήδη υφισταμένων. Στην πρώτη περίπτωση, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με την καταβολή σε χρήμα της αξίας των νέων μετοχών κατά την ανάληψή τους είτε, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στην απόφαση του αρμόδιου εταιρικού οργάνου, με εισφορές σε είδος, δηλαδή με τη μεταβίβαση προσωπικών περιουσιακών στοιχείων του μετόχου στην εταιρεία. Την αύξηση αποφασίζει η Γενική Συνέλευση με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (τακτική αύξηση) ή, κατά περίπτωση με απλή, ενώ το ίδιο δικαίωμα μπορεί να χορηγηθεί με το καταστατικό και στο Διοικητικό Συμβούλιο, οπότε απαιτείται και πάλι η συγκέντρωση αυξημένων ποσοστών απαρτίας και πλειοψηφίας (έκτακτη αύξηση).
Η λειτουργία της εισφοράς σε είδος:
Η κεφαλαιακή συγκρότηση της ανώνυμης εταιρείας αποτελεί το θεμέλιο επί του οποίου δομείται η οικονομική της δραστηριότητα. Συχνά, στο σύγχρονο επιχειρηματικό γίγνεσθαι, η ανάγκη για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου δεν προκύπτει από την επιδίωξη άντλησης ρευστότητας, αλλά από τη στρατηγική επιλογή ενσωμάτωσης περιουσιακών στοιχείων, μέσω των οποίων η εταιρεία θα αναπτύξει την επιχειρηματική της δράση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το κεφάλαιο που εισέρχεται στην εταιρεία δεν συνίσταται σε χρήμα αλλά σε είδος. Έτσι, μια ξενοδοχειακή εταιρεία μπορεί να έχει την ανάγκη απόκτησης ενός συγκεκριμένου ακινήτου, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά με την ανέγερση μιας νέας μονάδας, επεκτείνοντας κατά τον τρόπο αυτό την δραστηριότητά της, χωρίς να εξαναγκάζεται σε εκταμίευση χρηματικών πόρων για την απόκτησή του. Παράλληλα, και ο εισφέρων επωφελείται, αφού συμμετέχει στην αύξηση με την εισφορά ενός περιουσιακού στοιχείου, χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η άντληση χρηματικών διαθεσίμων για το σκοπό αυτό – τα οποία μπορεί και να μην υφίστανται κατά τον επίμαχο χρόνο.
Οι προβλέψεις του ν. 4548/2018 περί ανωνύμων εταιρειών:
Η δυνατότητα καταβολής του κεφαλαίου (αρχικού ή κατόπιν αύξησης) με εισφορά σε είδος επιτρέπεται ρητά από το νόμο 4548/2018 (άρ. 16 παρ. 1), ο οποίος περιέχει ειδικές ρυθμίσεις, που διαφοροποιούνται από τη γενική ρύθμιση της καταβολής κεφαλαίου με χρηματική εισφορά. Οι βασικές προβλέψεις του νόμου συνοψίζονται στα κατωτέρω:
- Περιεχόμενο απόφασης: Το καταστατικό της εταιρείας (επί καταβολής του αρχικού κεφαλαίου) ή η απόφαση του εταιρικού οργάνου που αποφασίζει την αύξηση, πρέπει να προβλέπουν το είδος της εισφοράς, το πρόσωπο που αναλαμβάνει την υποχρέωση να την καταβάλει και το ποσό του κεφαλαίου στο οποίο αυτή αντιστοιχεί (άρ. 17 παρ. 1).
- Αντικείμενο εισφοράς: Κατά τον νόμο, η εισφορά σε είδος αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να τύχουν χρηματικής αποτίμησης (άρ. 17 παρ. 2). Έτσι, αντικείμενο εισφοράς σε είδος μπορεί να αποτελέσει (α) ένα εμπράγματο δικαίωμα, π.χ. το δικαίωμα κυριότητας επί κινητών ή ακινήτων (ακόμα και βεβαρημένων λ.χ. με ενέχυρο ή υποθήκη), το δικαίωμα επικαρπίας· (β) η παραχώρηση χρήσης πράγματος ή εκμετάλλευση δικαιώματος (γ) ένα σήμα, μια ευρεσιτεχνία, η πελατεία μιας επιχείρησης αλλά και η τεχνογνωσία (know how)· (δ) απαιτήσεις· (ε) εταιρικές συμμετοχές κ.ο.κ. Αντίθετα, αντικείμενο εισφοράς δεν μπορεί να αποτελέσει η εργασία ή η παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του μετόχου.
- Αποτίμηση: Η εξακρίβωση της αξίας του εισφερόμενου στοιχείου απαιτεί τη σύνταξη μιας έκθεσης αποτίμησης, η οποία ανατίθεται από το νόμο σε δύο ορκωτούς ελεγκτές ή λογιστές ή σε μια ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, σε δυο ανεξάρτητους πιστοποιημένους ελεγκτές και δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. (άρ. 17 παρ. 3 και 8). Η εν λόγω διαδικασία έχει ως βασικό στόχο την αποφυγή του κινδύνου υπερτίμησής του περιουσιακού στοιχείου, ο οποίος επιβαρύνει την εταιρεία (μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου –λόγω της ανάγκης παραγωγής αποδόσεων επί πλασματικής κεφαλαιακής βάσης) αλλά και τους λοιπούς –πλην του εισφέροντος– μετόχους (μέσω απομείωσης της αξίας συμμετοχής), ενίοτε και τους τρίτους (π.χ. εργαζόμενους, πιστωτές). Έτσι, η έκθεση αποτίμησης αποδίδει την πραγματική αξία του περιουσιακού στοιχείου, εξασφαλίζοντας την πραγματική υπόσταση του κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση αποτίμησης λειτουργεί ως ανώτατο όριο: οι εισφορές σε είδος δεν επιτρέπεται να υπολογίζονται σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από την έκθεση, επιτρέπεται όμως να ορίζονται σε μικρότερο ποσό (άρ. 17 παρ. 7). Για τη διασφάλιση δε του επίκαιρου χαρακτήρα της, ο νόμος απαιτεί η καταβολή της εισφοράς να μην απέχει πλέον του εξαμήνου από την ημερομηνία της έκθεσης αποτίμησης (άρ. 17 παρ. 9).
- Περιεχόμενο έκθεσης αποτίμησης: Από άποψη περιεχομένου, η έκθεση αποτίμησης πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή της εισφοράς σε είδος, αναφορά των μεθόδων αποτίμησης που εφαρμόστηκαν και άποψη επί της αξίας αυτής (άρ. 17 παρ. 5). Οι μέθοδοι αποτίμησης επιλέγονται από τους εκτιμητές και ποικίλουν ανάλογα με το είδος του εισφερόμενου περιουσιακού στοιχείου [λ.χ. μέθοδος Προεξοφλημένων Ταμειακών Ροών (“DCF”), εύλογης αξίας (“fair value”), συγκρίσιμων συναλλαγών (“comparable transactions”)].
- Δυνατότητα μη αποτίμησης: Υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άρ. 18, η διαδικασία της αποτίμησης μπορεί να παραλειφθεί (λ.χ. περιουσιακό στοιχείο που έχει τύχει αποτίμησης για την εύλογη αξία του από αναγνωρισμένο ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα έξι μήνες πριν την πραγματοποίηση της εισφοράς, βάσει γενικώς αποδεκτών κανόνων αποτίμησης).
- Δικαίωμα προτίμησης: Στην περίπτωση της αύξησης με εισφορά σε είδος, το δικαίωμα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων δεν παρέχεται απευθείας εκ του νόμου, αλλά προϋποθέτει καταστατική πρόβλεψη (άρ. 26 παρ. 1). Τούτο με το σκεπτικό ότι, στην περίπτωση αυτή, η εταιρεία έχει την ανάγκη απόκτησης ενός αντικειμένου, το οποίο ανήκει στην κυριότητα συγκεκριμένου προσώπου και, κατά συνέπεια, μπορεί να εισφερθεί μόνο από αυτό και όχι από τους υφιστάμενους μετόχους αδιακρίτως.
- Πιστοποίηση καταβολής: Η πιστοποίηση καταβολής του αρχικού κεφαλαίου ή των αυξήσεών του με εισφορά σε είδος μπορεί να γίνει από το ίδιο το Δ.Σ. της εταιρείας, ανεξαρτήτως του μεγέθους της (άρ. 20 παρ. 8). Έτσι, η πιστοποίηση καταβολής διευκολύνεται σε σχέση με την εισφορά σε χρήμα, η οποία, επί αύξησης κεφαλαίου μεσαίων και μεγάλων οντοτήτων, απαιτεί σχετική έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας. Επί εισφοράς σε είδος, η πιστοποίηση προϋποθέτει την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης, ανάλογα με τη φύση της εισφοράς. Έτσι, η εισφορά κυριότητας ακινήτου δεν μπορεί να πιστοποιηθεί πριν ολοκληρωθεί η καταχώριση του σχετικού συμβολαίου στο Κτηματολόγιο.
- Φορολογικοί παράμετροι: Η εισφορά σε είδος υπόκειται στη συνήθη φορολογία, ανάλογα με τη φύση της. Έτσι, επί εισφοράς κυριότητας ακινήτου, θα προκύψει κατ’ αρχήν φόρος μεταβίβασης (3% επί της φορολογητέας αξίας του ακινήτου, πλέον 3% εισφορά υπέρ δήμων και κοινοτήτων επί του ποσού κύριου φόρου), που θα βαρύνει την αποκτώσα εταιρεία.
Η έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, ιδίως επί εισφορών σε είδος:
Ο ν. 4548/2018 επιτρέπει την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, δηλαδή μετοχών με τιμή έκδοσης που υπερβαίνει την ονομαστική αξία της μετοχής (άρ. 35 παρ. 3). Η έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο επιτελεί μια διττή οικονομική λειτουργία, κρίσιμη για τη διατήρηση της εταιρικής ισορροπίας. Πρώτον, συνιστά το αντίτιμο που καταβάλλει ο νέος μέτοχος για την απόκτηση συμμετοχής στην ήδη διαμορφωθείσα υπεραξία της εταιρείας. Εάν οι νέες μετοχές εκδίδονταν στο άρτιο (δηλαδή στην ονομαστική τους αξία), ενώ η εταιρεία έχει ήδη δημιουργήσει υπεραξία μέσω αποθεματικών ή φήμης, οι νέοι μέτοχοι θα καρπώνονταν αδικαιολόγητα ένα μέρος της περιουσίας που δημιούργησαν οι παλαιοί μέτοχοι. Δεύτερον, η έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο επιτρέπει την άντληση κεφαλαίων χωρίς την ανάλογη αύξηση του αριθμού των μετοχών ή της ονομαστικής τους αξίας, αποφεύγοντας τη διατάραξη των ιδιοκτησιακών συσχετισμών και των δικαιωμάτων ψήφου εντός της εταιρείας.
Η έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο στο πλαίσιο αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, είναι νοητή τόσο στην περίπτωση καταβολής της αξίας των νέων μετοχών σε χρήμα, όσο και στην περίπτωση της καταβολής σε είδος. Με άλλα λόγια, η καταβολή, είτε γίνεται σε χρήμα, είτε σε είδος, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εισφορά περιουσίας στην ανώνυμη εταιρεία που είτε ισούται με τη συνολική ονομαστική αξία των νέων μετοχών, είτε είναι ανώτερη αυτής, οπότε και οι νέες μετοχές διατίθενται νομίμως σε τιμή «υπέρ το άρτιο».
Η Διαχείριση της Διαφοράς Υπέρ το Άρτιο:
Οι υπέρ το άρτιο καταβολές αποτελούν στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων της ΑΕ (καθαρής θέσης) και δεν εξομοιώνονται με το μετοχικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με το άρθρο 35 § 3 του ν. 4548/2018, η διαφορά υπέρ το άρτιο δεν μπορεί να διατεθεί για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών. Ωστόσο, παρέχονται δύο βασικές δυνατότητες αξιοποίησής της:
- Κεφαλαιοποίηση: Η διαφορά μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί, δηλαδή να μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο μέσω της έκδοσης νέων μετοχών που διανέμονται δωρεάν στους μετόχους.
- Συμψηφισμός Ζημιών: Η πλέον κρίσιμη δυνατότητα, που εισήχθη με τον ν. 4587/2018, είναι ο απευθείας συμψηφισμός της υπέρ το άρτιο διαφοράς με σωρευμένες ζημίες προς απόσβεση αυτών. Αυτό επιτρέπεται μόνο εφόσον δεν υπάρχουν άλλα αποθεματικά ή κονδύλια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των ζημιών, προσφέροντας έναν αποτελεσματικό μηχανισμό εξυγίανσης του ισολογισμού.
Φορολογία Συγκέντρωσης Κεφαλαίου:
Σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1774/2018) και τις σχετικές εγκυκλίους της ΑΑΔΕ (ΠΟΛ 1238/2018), η καταβολή της διαφοράς υπέρ το άρτιο δεν αποτελεί αντικείμενο ΦΣΚ (0,2%) κατά τον χρόνο της καταβολής της. Τούτο διότι κατά τον εν λόγω χρόνο, ο εισφέρων δεν αποκτά οποιοδήποτε πρόσθετο δικαίωμα (π.χ. δικαίωμα ψήφου), πέραν αυτών που αντιστοιχούν στην ονομαστική αξία της εισφοράς του. Για τον λόγο αυτό, ο φόρος επιβάλλεται μόνο επί του ποσού που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία των μετοχών. Η φορολογική υποχρέωση, για το μέρος που αφορά την υπέρ το άρτιο διαφορά, γεννιέται από την στιγμή της τυχόν κεφαλαιοποίησής. Ομοίως, ο συμψηφισμός της υπέρ το άρτιο διαφοράς με ζημίες δεν υπάγεται σε ΦΣΚ.
Επίλογος:
Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με εισφορά σε είδος επιτρέπει στην εταιρεία την αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων, χωρίς τη δέσμευση ρευστότητας. Η τυχόν έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο στο πλαίσιο αυτής διασφαλίζει την εταιρική ισορροπία και προστατεύει τα συμφέροντα των υφιστάμενων μετόχων. Η ορθή οργάνωση της συναλλαγής — με έμφαση στην έκθεση αποτίμησης, τη λογιστική και φορολογική μεταχείριση της διαφοράς υπέρ το άρτιο — είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της νομικής της ακεραιότητας και της οικονομικής της αποδοτικότητας.