Γιώργος Ζαούρης, Ασκ. Δικηγόρος
updated Μάρτιος 2026, Βασιλική Τόλια, ΜΔΕ
(αναδημοσίευση από ot.gr)
Περίληψη
Με την εισαγωγή του νόμου 4738/2020 στην ημεδαπή έννομη τάξη άλλαξε σε μεγάλο βαθμό το τοπίο σε ό, τι αφορά στον κλάδο του πτωχευτικού δικαίου. Η πιο σημαντική αλλαγή είναι ότι, σε αντίθεση με το προϊσχύον πτωχευτικό δίκαιο, με το άρθρο 76§1 του ν. 4738/2020 αποσυνδέεται η διαδικασία της πτώχευσης από την εμπορική ιδιότητα και προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου όλων των φυσικών προσώπων ανεξαιρέτως, τα οποία αποκτούν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας για την απαλλαγή των φυσικών προσώπων από τα χρέη τους, αλλά και οι σημαντικότερες σχετικές αλλαγές που έχουν σημειωθεί στον ΠτΚ μέχρι σήμερα.
Με την εισαγωγή του νόμου 4738/2020 στην ημεδαπή έννομη τάξη άλλαξε σε μεγάλο βαθμό το τοπίο σε ό, τι αφορά στον κλάδο του πτωχευτικού δικαίου. Η πιο σημαντική αλλαγή είναι ότι, σε αντίθεση με το προϊσχύον πτωχευτικό δίκαιο, με το άρθρο 76§1 του ν. 4738/2020 αποσυνδέεται η διαδικασία της πτώχευσης από την εμπορική ιδιότητα και προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου όλων των φυσικών προσώπων ανεξαιρέτως, τα οποία αποκτούν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Παράλληλα, όλες οι «παραπτωχευτικές» διαδικασίες (όπως ο νόμος Δένδια, ήτοι νόμος 4307/2014) που δεν ήταν μέρος του Πτωχευτικού Κώδικα, καθώς και ο θεσμός της «αστικής πτώχευσης» που εισήχθη στην Ελλάδα με τον πολύ διαδεδομένο και εφαρμοσμένο στην πράξη νόμο 3869/2010 («νόμος Κατσέλη» – οποίος έχει ήδη καταργηθεί από τον ν. 4735/2020 και εφαρμόζεται μόνο σε εκκρεμείς διαδικασίες) για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, έχουν πλέον είτε καταργηθεί είτε ενταχθεί στο νέο Κώδικα Αφερεγγυότητας, όπως δόκιμα ονομάστηκε. Οι νέες διατάξεις εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά σε διαδικασίες πτώχευσης που εκκίνησαν από 1.3.2021. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, οι διατάξεις των άρθρων 172-188 του ν. 4738/2020 που ρυθμίζουν την «απλοποιημένη διαδικασία πτώχευσης μικρού αντικειμένου» άρχιζαν να εφαρμόζονται από 1.6.2021 (βλ. 263§1, άρθρο 308 και άρθρο 265§1 περ. α’ του νόμου 4738/2020).
Το παρόν άρθρο προσπαθεί να διασαφηνίσει τις νέες αλλαγές και το πώς η «απλοποιημένη διαδικασία πτώχευσης μικρού αντικειμένου» (άρθρα 172-188 του ν. 4738/2020) μπορεί να οδηγήσει στην παροχή «δεύτερης ευκαιρίας» (fresh start – βλ. και παλιότερο άρθρο στο site μας αναφορικά με το θέμα αυτό εδώ), δίνοντας λύση στο οικονομικό αδιέξοδό τους. Παράλληλα, θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε στις σημαντικότερες αλλαγές που σημειώθηκαν στη σχετική διαδικασία από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου μέχρι και σήμερα.
1. Πότε μπορεί να «πτωχεύσει» κανείς;
Για να κηρυχθεί ο οφειλέτης σε πτώχευση πρέπει να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, δηλαδή να «αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο». Μάλιστα, «δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που πραγματοποιούνται με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα» (ά. 77 § 1 ν. 4738/2020). Για τις πτωχεύσεις «μικρού αντικειμένου», ειδικότερα, θεσπίστηκε, εκτός αποδείξεως του αντιθέτου, τεκμήριο (αναλογικά από το α. 77§2) παύσης πληρωμών για τον οφειλέτη όταν δεν κατέβαλλε τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερέβαινε το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Με το ν. 4818/2021, μάλιστα, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων του οφειλέτη μειώθηκε από το 60% στο 40%, πράγμα που μαρτυρά την πρόθεση του νομοθέτη να παρασχεθεί δεύτερη ευκαιρία σε ακόμα μεγαλύτερο αριθμό συμπολιτών μας. Με απλά λόγια, η ύπαρξη τεκμηρίου σημαίνει ότιαυτομάτως τεκμαίρεται ότι υφίσταται η παύση πληρωμών που απαιτείται για να εισαχθεί ο οφειλέτης στο καθεστώς της πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός αν κάποιος πιστωτής ασκήσει παρέμβαση (για τις προθεσμίες και τον τρόπο άσκησης παρέμβασης εκ μέρους των πιστωτών βλ. έτερο άρθρο μας εδώ.
2. Τι σημαίνει ο όρος «πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου» και ποιους αφορά;
Το σημαντικότερο είναι να εντοπίσουμε ποιους αφορούν οι εν λόγω διατάξεις. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 78§2 του ν. 4738/2020, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το ν. 4818/2021, μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις ορίζονται «αυτές στις οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί σωρευτικά και τα τρία (3) κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251)». Να σημειωθεί ότι πριν την τροποποίηση της εν λόγω διάταξης, αρκούσε να πληρούται το ένα από τα κριτήρια αυτά. Τα εν λόγω, δε, κριτήρια ήταν αρχικά τα εξής:
α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 350.000 ευρώ.
β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 700.000 ευρώ.
γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα.
Εντούτοις, με το άρθρο 47 του ν. 5164/2024 (ΦΕΚ Α’ 202/12-12-2024) τα ως άνω κριτήρια τροποποιήθηκαν ως εξής: το σύνολο του ενεργητικού αυξήθηκε στις 450.000 ευρώ, το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών στις 900.000 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος απασχολούμενων παρέμεινε ίδιος. Και οι εν λόγω αυξητικές τροποποιήσεις των ως άνω μεγεθών μαρτυρά την πρόθεση του νομοθέτη να εμπίπτουν στις σχετικές διατάξεις όλο και περισσότερα πρόσωπα.
Τα παραπάνω κριτήρια αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα, ωστόσο, ο νομοθέτης υποδεικνύει την αναλογική εφαρμογή τους και σε φυσικά πρόσωπα με βάση το ενεργητικό της περιουσίας τους (εδ. β’ της § 2 του άρθρου 78). Δηλαδή, για την ένταξη στη διαδικασία της πτώχευσης μικρού αντικειμένου, θα πρέπει το ενεργητικό της περιουσίας του φυσικού προσώπου να μην ξεπερνά τις 450.000 ευρώ. Ειδικότερα, δε, η ακίνητη περιουσία του φυσικού προσώπου, εφόσον αυτή βρίσκεται στην Ελλάδα, αποτιμάται βάσει της φορολογητέας αξίας για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. (βάσει του ν. 4223/2013), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου (βλ. α. 11 § 1 ν.4738/2020), εκτός αν το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, οπότε ως αξία του ακινήτου λογίζεται η αντικειμενική του αξία. Επιπλέον, αν η ακίνητη περιουσία βρίσκεται στην αλλοδαπή, η αξία της υπολογίζεται βάσει της εμπορικής αξίας, όπως αυτή προκύπτει από έκθεση εκτιμητή ακινήτων (α. 11 § 2 ν.4738/2020).
3. Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται στην πτώχευση «μικρού αντικειμένου» και ποια τα πιθανά εμπόδια που θα συναντήσει ο οφειλέτης;
Για την «μικρού αντικειμένου πτώχευση» ακολουθείται μία «απλοποιημένη», σύμφωνα με τον νόμο, διαδικασία που, όπως θα δούμε, ως στόχο έχει την οικονομία της δίκης και την ταχύτερη ένταξη του οφειλέτη στο καθεστώς προστασίας του πτωχευτικού δικαίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 172 § 2 ν. 4738/2020 το καθ’ ύλην αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την εν λόγω πτωχευτική διαδικασία είναι πάντοτε το Ειρηνοδικείο, κατά παρέκκλιση των όσων ορίζει το άρθρο 78 § 1 του ίδιου νόμου. Για να εντοπίσουμε, έπειτα, και ποιο είναι το κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο εξετάζουμε εάν ο οφειλέτης ασκεί ή όχι επιχειρηματική δραστηριότητα. Εφόσον η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι θετική, κρίσιμο είναι το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (α. 78 § 3 ν.4738/2020), ειδάλλως, είναι ο τόπος της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία φορολογική του δήλωση. Για τους πιστωτές που υποβάλλουν οι ίδιοι την αίτηση πτώχευσης μπορούν να λάβουν γνώση της σχετικής πληροφορίας με αίτηση τους προς την ΑΑΔΕ. Για τα νομικά πρόσωπα, μάλιστα, ως κέντρο κύριων συμφερόντων νοείται κατά τεκμήριο η καταστατική τους έδρα. Μετά τις αλλαγές που επέφερε ο ν. 5108/2024, την αλλαγή του δικαστικού χάρτη και την κατάργηση των Ειρηνοδικείων, καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου είναι πλέον το Μονομελές Πρωτοδικείο (βλ. σχετικά την παρ. 8 του άρθρου 14 του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία: «Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ειρηνοδικείο ή πταισματοδικείο, νοείται το μονομελές πρωτοδικείο»).
Η αίτηση πτώχευσης μπορεί να υποβληθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη, τους πιστωτές του ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, εφόσον συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος (α. 78 § 2, 79 § 1 ν.4738/2020). Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (εφεξής «Η.Μ.Φ.»), στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.gov.gr/upourgeia/upourgeio-oikonomikon/oikonomikon/katakhorise-sto-elektroniko-metroo-pheregguotetas.
Συγκεκριμένα, δε, για το Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου συγκεντρώνεται και ο μεγαλύτερος όγκος των σχετικών αιτήσεων, μετά την καταχώρηση της αίτησης στο Μητρώο απαιτείται κατάθεση σε φυσική μορφή: 1. της κατατεθειμένης αίτησης σε τρία αντίγραφα, 2. του πρωτοτύπου του γραμματίου του ΤπΔ, 3. της προείσπραξης του δικηγορικού συλλόγου και 4. της βεβαίωσης ηλεκτρονικής κατάθεσης της αίτησης, η οποία εκδίδεται από την πλατφόρμα του Μητρώου.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 79 § 3 ν. 4738/2020 πληροφορούμαστε ότι, για το ορισμένο της αίτησης (για τα στοιχεία του παραδεκτού της αιτήσεως βλ. έτερο άρθρο μας εδώ) απαιτούνται: «… να αναγράφονται το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η επωνυμία, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), καθώς και η διεύθυνση, όπου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του ή κατά περίπτωση το κέντρο των κύριων συμφερόντων του και τις τυχόν δευτερεύουσες εγκαταστάσεις του. Επίσης στην αίτηση που αφορά έμπορο πρέπει να αναγράφεται και ο αριθμός Γενικού Εμπορικού Μητρώου του οφειλέτη», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου «Περαιτέρω η αίτηση πρέπει να αναφέρει τον προτεινόμενο σύνδικο με το όνομα, επώνυμο, και τη διεύθυνση αυτού και η αίτηση να συνοδεύεται από έγγραφη δήλωση του υποψήφιου συνδίκου ότι αποδέχεται τον διορισμό και από δήλωσή του περί μη υπάρξεως κωλύματος». Βέβαια, κατά ρητή πρόβλεψη της διάταξης δεν είναι απαραίτητη η αναφορά συνδίκου, εφόσον την αίτηση υποβάλλει ο οφειλέτης και η αίτηση περιέχει δήλωση ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση υποψήφιου συνδίκου που να αποδεχθεί τον διορισμό.
Επιπλέον, η αίτηση πρέπει να περιέχει τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον αυτές υπάρχουν, διαφορετικά, είναι απαραίτητο να υπάρχουν: α) η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, β) η δήλωση στοιχείων ακινήτων και γ) η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον ο οφειλέτης έχει αναπτύξει τέτοια (ά.174 ν.4738/2020).Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από κατάσταση με το σύνολο των δανειστών του οφειλέτη, βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης για τα χρέη προς το Δημόσιο (αν υπάρχουν) και σε πρωτότυπο, με ποινή απαραδέκτου, το γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης. Η βεβαίωση πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τις βεβαιωμένες οφειλές του αιτούντος, ατομικές και από συνυπευθυνότητα αλλά και τυχόν φορολογικές εκκρεμότητες αυτού. Τονίζεται ότι αν κριθεί ότι η περιουσία του οφειλέτη (συγκεκριμένα τα μη βεβαρυμμένα με υποθήκη ή με ενέχυρο στοιχεία της) είναι μη ρευστοποιήσιμη και οι ετήσιες απολαβές του «δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης», τότε δεν κηρύσσεται πτώχευση, αλλά ο οφειλέτης εγγράφεται στο Η.Μ.Φ. και το γραμμάτιο των διακοσίων πενήντα ευρώ του επιστρέφεται, εφόσον το είχε ήδη καταβάλλει. Όπως θα εξηγήσουμε και πιο κάτω, και σε αυτή την περίπτωση μπορούν να επέλθουν τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απαλλαγής. Τέλος, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από τον ίδιο τον οφειλέτη, είναι απαραίτητη η συναίνεσή του στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού του απορρήτου. Σε περίπτωση που η αίτηση πτώχευσης ασκείται από τους πιστωτές, χρειάζεται να κοινοποιηθεί στον οφειλέτη εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από τη δημοσιοποίησή της στο Μητρώο, άλλως δεν επέρχονται οι συνέπειες από την υποβολή της.
Σημαντική προσθήκη στην § 6 του άρθρου 79 του ΠτΚ εισήχθη με το ν. 5072/2023, ότε και προστέθηκαν δύο τελευταία εδάφια, κατά τα οποία: «…Παραλείψεις ή παραδρομές στα έγγραφα που κατατίθενται με την αίτηση μπορούν να διορθωθούν μέχρι τη συζήτησή της και δεν την καθιστούν απαράδεκτη. Το δικαστήριο δύναται να συμπεριλάβει οφειλές στην απόφασή του, που ανακύπτουν βάσει στοιχείων στο πλαίσιο της συζήτησης της αίτησης». Όμοιες προσθήκες έγιναν και στην παρ. 3 του άρθρου 174, όπου με τον ως άνω νόμο προστέθηκαν τα εδάφια β’ και γ’, που ορίζουν συγκεκριμένα ότι: «Σφάλματα στα έγγραφα που κατατίθενται με την αίτηση δεν την καθιστούν απαράδεκτη. Το δε δικαστήριο δύναται να συμπεριλάβει οφειλές στην απόφασή του που ανακύπτουν βάσει στοιχείων στο πλαίσιο της συζήτησης της αίτησης». Μάλιστα, στην αιτιολογική έκθεση του ίδιου ως άνω άρθρου αναφέρεται ότι: «…διευκρινίζεται ότι ενδεχόμενα σφάλματα στα έγγραφα ή στον κατάλογο πιστωτών που κατατίθενται με την αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου δεν καθιστούν απαράδεκτη την αίτηση, προς ένδειξη εύνοιας στον οφειλέτη…». Από τις εν λόγω προσθήκες στον ΠτΚ συνάγεται ότι μόνον η καθόλου υποβολή των ως άνω απαιτούμενων εγγράφων μπορεί να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της αίτησης, ενώ η υποβολή καταρχήν αυτών αλλά με σφάλματα, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της αίτησης. Σε συνδυασμό, δε, με το νέο άρθρο 227 ΚΠολΔ, κατά το οποίο: «Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά τη κρίση του προθεσμία. Τυπικές παραλείψεις υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου μπορούν να συνιστούν ιδίως εκείνες που σχετίζονται με: […] γ) την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, δ) την κατάθεση του γραμματίου προείσπραξης..» και το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία υποβολής αίτησης πτώχευσης (άρθρο 739 ΚπολΔ), συμπεραίνουμε ότι επί εσφαλμένου αναρτηθέντος εγγράφου (λ.χ. αναρτήθηκε στην πλατφόρμα δήλωση φόρου εισοδήματος του προτελευταίου και όχι του τελευταίου έτους), δεν θα πρέπει η αίτηση να απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά ο δικαστής που διαπιστώνει το σφάλμα, θα πρέπει να καλεί τον πληρεξούσιο δικηγόρο να το διορθώσει. Αυτό συνάδει τόσο με τη ρητή κατά τα ανωτέρω πρόθεση του νομοθέτη, όσο και με το ανακριτικό σύστημα που διαπνέει τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Το κύριο εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει ο οφειλέτης στη συγκεκριμένη διαδικασία πτώχευσης είναι οι παρεμβάσεις που μπορεί να υποβάλλουν οι δανειστές του μέσω του Η.Μ.Φ. μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη δημοσιοποίηση της αίτησης στο Μητρώο (για τον προβληματισμό που ανέκυψε ως προς το εναρκτήριο σημείο της εν λόγω προθεσμίας βλ. έτερο άρθρο μας εδώ. Βάσει του άρθρου 213, μάλιστα, όλες οι διαδικαστικές πράξεις και τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται ηλεκτρονικά μέσω του Η.Μ.Φ..
Εάν οι δανειστές δεν υποβάλλουν καθόλου ή υποβάλλουν πρόσθετη παρέμβαση που αφορά το διορισμό συνδίκου (δηλαδή το πρόσωπο που θα διοριστεί από το δικαστήριο και θα είναι επιφορτισμένο με την επίβλεψη της διαδικασίας, τη διαχείριση και την εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη), τότε με την παρέλευση τριάντα ημερών (30) από τη δημοσιοποίηση της αίτησης πτώχευσης στο Η.Μ.Φ. η αίτηση γίνεται αυτομάτως δεκτή (ά. 173 ν. 4738/2020).
Αντιθέτως, η υποβολή κύριας παρέμβασης με αίτημα την απόρριψη της αίτησης διαφοροποιεί τη διαδικασία, καθότι μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη δημοσιοποίηση της αίτησης στο Μητρώο οι δύο πλευρές οφείλουν να καταθέσουν προτάσεις, με τη δυνατότητα προσθήκης/αντίκρουσης εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών. Σημειωτέον ότι βάσει του άρθρου 177 § 2 του ΠτΚ: «…Αντίγραφο της παρέμβασης επιδίδεται από τον παρεμβαίνοντα, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών, στα λοιπά διάδικα μέρη». Η ως άνω διατύπωση του νόμου είναι προβληματική αφού δεν διευκρινίζει αν η προθεσμία των 10 εργασίμων ημερών άρχεται: α) από την άσκηση της κύριας παρέμβασης ή β) από την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας του ά. 173, παρ. 1 του Νόμου. Κατά την άποψη που κρατεί στη νομολογία και που είναι ορθότερη η ως άνω δεκαήμερη προθεσμία εκκινεί από το β ως άνω χρονικό σημείο. Τούτο, διότι αν ακολουθείτο η υπό α’ λύση, θα ελλόχευε ο κίνδυνος σε περίπτωση άσκησης περισσότερων κυρίως παρεμβάσεων σε διαφορετικές ημερομηνίες να αφετηριάζεται η προθεσμία από διαφορετικές αφετηρίες (μεταξύ άλλων βλ. ΕιρΠατρ. 8/2022 με παραπομπή σε ΕιρΧαν. 650/2021).
Με την παρέλευση της προθεσμίας για προσθήκη/αντίκρουση το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση εντός δύο (2) μηνών. Πρόκειται, δηλαδή, για μία τυπική και έγγραφη, καταρχήν, διαδικασία, κατά την οποία η αίτηση πτώχευσης συζητείται χωρίς ακροαματική διαδικασία. Αυτό, σε αντίθεση με την κύρια διαδικασία πτώχευσης, όπου ακολουθούνται οι κανόνες που διέπουν την εκούσια δικαιοδοσία (747 – 781 ΚΠολΔ). Με την απόφαση που θα εκδώσει το δικαστήριο, και, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση πτώχευσης, θα διοριστεί σύνδικος και θα οριστεί ημερομηνία παύσης πληρωμών (ά. 177 § 5 ν.4738/2020). Ο νομοθέτης ορίζει ότι η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκειται μόνο στο ένδικο μέσο της εφέσεως (ά 187 ν.4738/2020).
Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να κηρυχθεί η πτώχευση από το πτωχευτικό δικαστήριο χρειάζεται με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του να πιθανολογηθεί ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Άλλως, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (α. 77 § 4, 178 ν.4738/2020) και επιστρέφεται, όπως τονίστηκε ανωτέρω, το παράβολο, εφόσον είχε κατατεθεί, ενώ δεν διορίζεται σύνδικος.
4. Απαλλάσσεται τελικά ο οφειλέτης από τα χρέη του;
Η απάντηση είναι πως ναι, μπορεί να απαλλαχθεί, τρία (3) έτη (για την ακρίβεια 36 μήνες) μετά την κήρυξη της πτώχευσης ή την καταχώρηση στο Η.Μ.Φ. ανεξαρτήτως της αναγγελίας των απαιτήσεων (ά.192 ν.4738/2020). Υπάρχει, επίσης, και η δυνατότητα απαλλαγής στο ένα (1) έτος, όταν η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης (α. 92 § 3).Η απαλλαγή του οφειλέτη αφορά οφειλές ατομικές (δηλαδή βεβαιωμένες στον ΑΦΜ του οφειλέτη) ή οφειλές από συνυπευθυνότητα (δηλαδή βεβαιωμένες στον ΑΦΜ τρίτου προσώπου, για την καταβολή των οποίων ο οφειλέτης ευθύνεται εις ολόκληρον με το πρόσωπο αυτό), οι οποίες ανάγονται σε χρόνο πριν την υποβολή της αίτησης πτώχευσης -άρα ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται για όσες οφειλές δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης-, ανεξαρτήτως χρόνου έκδοσης του νόμιμου τίτλου είσπραξης και ανεξαρτήτως αν οι οφειλές έχουν αναγγελθεί ή όχι. Σημειώνουμε πως ο μισθός και η σύνταξη περιλαμβάνονται στα ακατάσχετα (βάσει 982 § 2 ΚΠολΔ), οπότε το μεγαλύτερο μέρος του ετήσιου εισοδήματος βρίσκεται αυτομάτως εκτός πτωχευτικής περιουσίας, δυνάμει και του γεγονότος ότι ο νόμος δεν εντάσσει ούτως ή άλλως στην τελευταία το εισόδημα που αντιστοιχεί στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης.
Μετά, δε, το πέρας της προθεσμίας απαλλαγής, ο εισηγητής δικαστής, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εκδίδει πράξη, με την οποία διαπιστώνει την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από στοιχεία σχετικά με την αξία της περιουσίας και το ύψος των οφειλών του κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης που διέταξε την καταχώρησή του στο Μητρώο.
Ωστόσο, το προνόμιο της απαλλαγής δεν είναι εξασφαλισμένο, διότι οποιοδήποτε πρόσωπο με έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απαλλαγής του οφειλέτη. Το περιεχόμενο της προσφυγής μπορεί να έγκειται σε δόλιες ενέργειες του οφειλέτη που συνίστανται σε απόκρυψη εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων και, γενικότερα, τη μη συνεργασία κατά τη διαδικασία της πτώχευσης (α. 173 § 1 ν.4738/2020) κατά τα ειδικώς προβλεπόμενα στο άρθρο 193 § 1 του ΠτΚ. Αυτό είναι και το τελευταίο – και ίσως σημαντικότερο- εμπόδιο που θα συναντήσει ο υποψήφιος «πτωχός» οφειλέτης στον δρόμο προς την υγιή επανένταξη του στην αγορά και την οικονομική εν γένει δραστηριότητα. Η, δε, προσφυγή μπορεί να ασκηθεί καθ’ όλο το χρονικό διάστημα των ανωτέρω 36 μηνών.
5. Αντί επιλόγου
Ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας μετρά ήδη πέντε χρόνια ισχύος, οι δε, διατάξεις για την πτώχευση «μικρού αντικειμένου» έχουν τύχει ευρείας εφαρμογής. Θετικό πρόσημο στη σχετική νομοθέτηση είναι ότι με στοχευμένες παρεμβάσεις διορθώνονται αστοχίες ή παραλείψεις του νόμου που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του, ώστε ως ζωντανός οργανισμός προσαρμόζεται στις ανάγκες της πραγματικότητας. Αν ανατρέξετε στην ιστοσελίδα μας θα βρείτε σωρεία σχετικών αποφάσεων που απαλλάσσουν συμπολίτες μας φυσικά πρόσωπα, αλλά και εταιρείες, δίνοντάς τους μία δεύτερη ευκαιρία. Μένει μόνο να δούμε κατά πόσο θα τύχει εφαρμογής η δυνατότητα των πιστωτών για άσκηση παρεμβάσεων, δεδομένου ότι τώρα συμπληρώνονται οι πρώτες τριετίες από την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, αλλά και το πώς θα τις αντιμετωπίσει η νομολογία μας.