Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, η πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό. Ωστόσο, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο οι πάροχοι να προχωρούν σε εντολές διακοπής ή καταγγελίες συμβάσεων ηλεκτροδότησης παρακάμπτοντας τις αυστηρές διαδικασίες που ορίζει ο νόμος. Στο παρόν άρθρο αναλύουμε τις προϋποθέσεις νόμιμης διακοπής της σύμβασης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, τις συνήθεις καταχρηστικές πρακτικές και τα «όπλα» που διαθέτει ο καταναλωτής για την άμεση προστασία του.
Η διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του παρόχου σύμφωνα με τον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας
Κατ’ αρχήν η ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών του καταναλωτή συνιστά νόμιμο λόγο για καταγγελία της συναφθείσας σύμβασης προμήθειας και διακοπή της ηλεκτροδότησης εκ μέρους του παρόχου. Θα πρέπει, ωστόσο, να τηρηθεί συγκεκριμένη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, προκειμένου η διακοπή της ηλεκτροδότησης να είναι νόμιμη και έγκυρη.
Η διαδικασία αυτή αναλύεται στο άρθρο 39 του Κώδικα και ειδικότερα στην παρ. 6 αυτού, όπου και προβλέπονται τρία στάδια που πρέπει να τηρηθούν σωρευτικά:
Ειδικότερα, εάν ο λογαριασμός κατανάλωσης δεν εξοφληθεί εντός της οριζόμενης στον λογαριασμό προθεσμίας, ο προμηθευτής προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες:
Α) Αναγράφει το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής στον αμέσως επόμενο λογαριασμό και προσθέτει το ποσό αυτό βεβαρημένο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας στο συνολικό οφειλόμενο ποσό του νέου λογαριασμού που ο πελάτης οφείλει να καταβάλει εντός της κανονικής προθεσμίας εξόφλησης του νέου λογαριασμού.
Β) Αν παρέλθει άπρακτη και η δεύτερη κατά σειρά προθεσμία εξόφλησης, ο προμηθευτής δύναται να υποβάλει στον αρμόδιο διαχειριστή (ενν. ο ΔΕΔΔΗΕ) εντολή απενεργοποίησης μετρητή φορτίου λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η εντολή αυτή κοινοποιείται υποχρεωτικώς προς τον πελάτη.
Γ) Αν η ληξιπρόθεσμη οφειλή δεν εξοφληθεί εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στον πελάτη της εντολής απενεργοποίησης μετρητή φορτίου, ο προμηθευτής δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση προμήθειας υποβάλλοντας στον αρμόδιο διαχειριστή δήλωση παύσης εκπροσώπησης, ενημερώνοντας ανάλογα τον πελάτη. Κατόπιν αυτού, ακολουθεί και η υλική ενέργεια της διακοπής της ηλεκτροδότησης από τον διαχειριστή.
Γίνεται αντιληπτό ότι θα πρέπει να τηρηθούν απαρεγκλίτως όλα τα ως άνω στάδια, με την προβλεπόμενη σειρά, προκειμένου η καταγγελία της σύμβασης συντελεσθείσα με τη δήλωση του παρόχου περί παύσης εκπροσώπησης προς τον ΔΕΔΔΗΕ να θεωρηθεί νόμιμη και παράγουσα έννομες συνέπειες.
Πότε η ειδοποίηση είναι άκυρη ή παραπλανητική;
Η προβλεπόμενη στον Κώδικα διαδικασία στοχεύει στην ενημέρωση του καταναλωτή για την επικείμενη διακοπή αποφεύγοντας τον αιφνιδιασμό του τελευταίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί βιοτικής σημασίας αγαθό τόσο για τα φυσικά πρόσωπα όσο και για τις επιχειρήσεις. Τυχόν άκαιρη ή αιφνιδιαστική διακοπή της ηλεκτροδότησης δύναται να οδηγήσει σε ανυπολόγιστες συνέπειες για τον καταναλωτή.
Ένα από τα συχνότερα σημεία τριβής είναι ο τρόπος ενημέρωσης. Αναλυτικότερα, εφόσον ο πελάτης δεν προβεί για δεύτερη κατά σειρά φορά στην πληρωμή του ληξιπρόθεσμου ποσού, ο πάροχος μπορεί να υποβάλλει εντολή απενεργοποίησης του μετρητή στον ΔΕΔΔΗΕ. Αναφορικά με τη κοινοποίηση της εντολής απενεργοποίησης προς τον πελάτη (όπως προβλέπει και ο Κώδικας στο β’ στάδιο) θα πρέπει να γίνει δεκτό πως η ίδια η εντολή απενεργοποίησης θα πρέπει να κοινοποιείται στον καταναλωτή, ενώ δεν αρκεί η απλή αναγραφή σχετικής ένδειξης περί απενεργοποίησης τυχόν αναγραφόμενη στον λογαριασμό που θα εκδοθεί. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται η ένδειξη αυτή να αναγράφεται για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα στους εκδιδόμενους λογαριασμούς. Ωστόσο, μια τέτοια αντιμετώπιση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συμπορεύεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του Κώδικα, διότι απαιτείται ειδική και επικαιροποιημένη ενημέρωση («alert») που να συνδέεται χρονικά με την πραγματική εντολή προς τον διαχειριστή. Διαφορετικά η ξαφνική ενεργοποίηση της εντολής που δόθηκε αρκετό καιρό πριν χωρίς νέα προειδοποίηση συνιστά αντιφατική συμπεριφορά και είναι καταχρηστική βάσει του άρθρου 281 ΑΚ. Ομοίως θα πρέπει να κοινοποιείται στον πελάτη αυτούσια και η δήλωση παύσης εκπροσώπησης προς τον διαχειριστή (γ’ στάδιο), διότι μετά το στάδιο αυτό ο διαχειριστής προβαίνει στην υλική ενέργεια της διακοπής της ηλεκτροδότησης.
Η καταχρηστικότητα της διακοπής
Πέραν της μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας για τη διακοπή της ηλεκτροδότησης, ως αυτή προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 39, ενδέχεται η καταγγελία της σύμβασης από τον πάροχο να αντιβαίνει στην καλή πίστη και να καθίσταται καταχρηστική με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στην εκάστοτε περίπτωση.
Ενδεικτική η υπόθεση που επιλήφθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 6179/2023 απόφαση, όπου και πιθανολογήθηκε ότι η άρνηση της ΔΕΗ να εξακολουθήσει να παρέχει στην αιτούσα (επιχείρηση εκκολαπτηρίου – πτηνοτροφείου), η οποία μάλιστα είχε τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, ηλεκτρική ενέργεια θα κριθεί καταχρηστική ως υπερβαίνουσα τα όρια της καλής πίστης και κατά συνέπεια απαγορεύτηκε προσωρινά στον πάροχο μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της σχετικής ασκηθησόμενης τακτικής αγωγής της αιτούσας να προβεί σε διακοπή της ηλεκτροδότησης στην επιχείρηση που η αιτούσα διατηρεί. Συγκεκριμένα, η αιτούσα επικαλέστηκε επικείμενο κίνδυνο και επείγουσα περίπτωση που συνίσταται στο ότι χωρίς ηλεκτρική ενέργεια δεν θα λειτουργούν τα επωαστικά μηχανήματα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να πεθάνουν 2.000.000 νεοσσοί, που ήδη βρίσκονται σε προχωρημένη επώαση και η ίδια θα υποστεί οικονομική ζημία της τάξεως των 900.000 ευρώ. Το δικαστήριο έκρινε ότι η τυχόν διακοπή ηλεκτροδότησης της επιχείρησης της αιτούσας θα επιφέρει σε εκείνη ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς θα διακοπεί άμεσα η λειτουργία της, θα απολυθούν οι 30 εργαζόμενοί της και δεν θα ευοδωθεί το σχέδιο της εξυγίανσης, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε πτώχευση. Μάλιστα, συνυπολογίστηκε ότι δεδομένου του καθεστώτος εξυγίανσης της αιτούσας, όλες οι εταιρίες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, στις οποίες απευθύνθηκε, αρνήθηκαν να συμβληθούν μαζί της. Στην εξεταζόμενη περίπτωση κρίθηκε ότι η αιτούσα καταβάλλει κάθε προσπάθεια εξόφλησης της ληξιπρόθεσμης οφειλής της, έχοντας καταβάλει στον πάροχο ήδη το συνολικό ποσό των 48.490,27 ευρώ, υπολείπεται δε ποσό περίπου 19.000 ευρώ για την πλήρη εξόφληση. Η δε άρνηση του παρόχου να εξακολουθήσει να της παρέχει ηλεκτρική ενέργεια παρά την σχεδόν εικοσαετή ομαλή συνεργασία τους, πιθανολογήθηκε ότι θα κριθεί καταχρηστική ως υπερβαίνουσα τα όρια της καλής πίστης.
Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι στον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας (άρθρο 39 παρ. 9) προβλέπεται η δυνατότητα στον πάροχο να παρέχει ειδικά προγράμματα ρύθμισης εξόφλησης λογαριασμών ή διακανονισμού παλαιότερων οφειλών, ιδίως μέσω δόσεων σε πελάτες οι οποίοι είναι πιθανόν να αντιμετωπίζουν δυσχέρεια ή αδυναμία αποπληρωμής λογαριασμών κατανάλωσης. Τα προγράμματα πρέπει να διασφαλίζουν την αποπληρωμή των υποχρεώσεων, λαμβάνοντας υπόψη και τις τρέχουσες καταναλώσεις σε ηλεκτρική ενέργεια έκαστου πελάτη, ενώ ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώνει τους πελάτες που δύνανται να ενταχθούν σε ειδικά προγράμματα. Συνεπώς, πριν την καταγγελία της σύμβασης θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια ένταξης σε ειδικό πρόγραμμα αποπληρωμής της οφειλής μέσω δόσεων, διαφορετικά η αιφνίδια και ανελαστική διακοπή της ηλεκτροδότησης λόγω αδυναμίας αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού άπαξ, μπορεί να κριθεί καταχρηστική από το δικαστήριο δικαιολογώντας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων υπέρ του καταναλωτή.
Δικαστική προστασία με ασφαλιστικά μέτρα
Όταν ένας πάροχος προβαίνει σε διακοπή της σύμβασης, χωρίς να έχει τηρήσει την διαδικασία της παρ. 6 του άρθρου 39 ή επειδή η καταγγελία αντίκειται στην καλή πίστη και κρίνεται καταχρηστική, ο καταναλωτής μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη ζητώντας προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 731, 732 ΚΠολΔ) αιτούμενος την απαγόρευση διακοπής της ηλεκτροδότησης. Ο άμεσος κίνδυνος διακοπής ρεύματος σε ένα σπίτι ή μια επιχείρηση συνιστά από τη φύση του επείγουσα περίπτωση που δικαιολογεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Σημειώνεται ότι η άμεση λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ακόμη και με τη μορφή προσωρινής διαταγής του δικαστηρίου) καθίσταται επιβεβλημένη, διότι η καθυστέρηση για την οριστική επίλυση της διαφοράς στο πλαίσιο άσκησης τακτικής αγωγής θα επιφέρει δυσμενείς συνέπειες λόγω της επελθούσας στο μεταξύ διακοπής της ηλεκτροδότησης.
Ο περιορισμός της πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος: Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα των ασφαλιστικών μέτρων είναι η απαγόρευση πλήρους ικανοποιήσεως του ασφαλιστέου δικαιώματος (άρθρο 692 παρ. 4 ΚΠολΔ). Με άλλα λόγια, η πλήρης ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η δικαστική προστασία πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται επί της κύριας υπόθεσης και όχι μέσω της οδού των ασφαλιστικών μέτρων.
Το επιτρεπτό της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, προκειμένου για διαρκείς συμβάσεις από παροχές κοινής ωφέλειας (προμηθευτικές συμβάσεις με ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λπ.) έχει κατ’ επανάληψη απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία, κυρίως με αφετηρία προβληματισμού το κατά πόσον η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης σε ανάλογες περιπτώσεις προσκρούει στον κανόνα του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ περί απαγόρευσης της πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος.
Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι στις προμηθευτικές συμβάσεις, αν αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση να πραγματοποιήσει ο πάροχος τη διακοπή της ηλεκτροδότησης στο πλαίσιο ήδη υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, τότε δεν υφίσταται πρόβλημα από τη ρύθμιση του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ. Εν προκειμένω, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου δεν οδηγεί στην ολοκληρωτική ικανοποίηση του δικαιώματος, αφού έχει εξ ορισμού προσωρινή διάρκεια και κατά την έννοια αυτή υπολείπεται χρονικά της οριστικής δικαστικής προστασίας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προσωρινής διατήρησης των συνθηκών εκείνων που προϋπήρχαν και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα, δηλαδή στη συνέχιση της προμηθευτικής σύμβασης με τους ίδιους όρους και παροχής ηλεκτροδότησης μέχρι την οριστική δικαστική κρίση (ΑΠ 75/2014, ΜΠρΠατρ 1183/2022, ΜΠρΘες 5762/2021, ΜΠρΚοζ 56/2009).
Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό έχει διατυπωθεί και αντίθετη μειοψηφούσα άποψη υποστηρίζουσα ότι δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί ο πάροχος με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην «καταγγείλει» την προμηθευτική σύμβαση (υπό την έννοια της διακοπής της παροχής των υπηρεσιών), διότι θα πρόκειται για προσωρινή καταδίκη σε μη δήλωση βούλησης, η οποία είναι μη αυτοτελής και παρεπόμενη υποχρέωση σε σχέση με την υποχρέωση προς θετική παροχή, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται εν προκειμένω ασφαλιστέα αξίωση (ΜΠρΛαμ 473/2013, ΜΠρΖακ 622/2010).
Αντίθετα, αν αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή καταδίκη του παρόχου να καταρτίσει με τον αιτούντα σύμβαση ηλεκτροδότησης (εφόσον το ακίνητο δεν ηλεκτροδοτείται ή έχει ήδη επέλθει η διακοπή με αποτέλεσμα να ζητείται η επανασύνδεση της παροχής), επικρατεί η άποψη ότι το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει τον πάροχο να ηλεκτροδοτήσει το ακίνητο του αιτούντος, αφού με ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο θα ικανοποιείται πλήρως το ασφαλιστέο δικαίωμα (ΜΠρΘεσ 6179/2023).
Εκ των ως άνω γίνεται αντιληπτό, ότι ο καταναλωτής πρέπει να κινηθεί αμέσως προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη, διότι, εφόσον ολοκληρωθεί και η υλική ενέργεια της διακοπής της ηλεκτροδότησης από τον ΔΕΔΔΗΕ, η αίτησή του θα απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον το αίτημα θα είναι πλέον η επανασύνδεση της παροχής, δηλαδή υλική ενέργεια η οποία αποτελεί καταδίκη σε δήλωση βούλησης μη επιτρεπτή με ασφαλιστικά μέτρα, αφού προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση στην κύρια διαγνωστική δίκη (ΚΠολΔ 949), ενώ οδηγεί και σε πλήρη ικανοποίηση του αντίστοιχου δικαιώματος.
Αντί επιλόγου
Η διακοπή ηλεκτροδότησης αποτελεί ένα εξαιρετικά σοβαρό μέτρο που επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με πλήρη τήρηση της νόμιμης διαδικασίας. Σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων ή καταχρηστικής συμπεριφοράς του παρόχου, ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει άμεσα και αποτελεσματικά, ιδίως μέσω της δικαστικής προστασίας με ασφαλιστικά μέτρα. Η έγκαιρη κινητοποίηση είναι καθοριστική για την αποτροπή ανεπανόρθωτης βλάβης και τη διασφάλιση της συνέχισης ενός αγαθού βιοτικής σημασίας.