Περίληψη

Όταν μία απόφαση της Γ.Σ. ανώνυμης εταιρείας είναι ελαττωματική και θίγει τα συμφέροντα της εταιρείας ή τα ατομικά δικαιώματα του μετόχου, η άμεση αντίδραση είναι κρίσιμη. Η έννομη τάξη παρέχει τη δυνατότητα άμεσης δικαστικής προστασίας μέσω ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και πριν από την άσκηση της κύριας αγωγής των άρθρων 137-138 Ν. 4548/2018. Στο παρόν άρθρο αναλύουμε πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να ζητηθεί η αναστολή εκτέλεσης ή άλλου είδους προσωρινή ρύθμιση, ποια είναι η ειδική διαδικασία που ακολουθείται, καθώς και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί το εργαλείο της προσωρινής διαταγής για την αποτροπή ανεπανόρθωτης βλάβης.

Εισαγωγή

Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης (Γ.Σ.) της ανώνυμης εταιρείας ενδέχεται να πάσχουν από ελαττώματα που τις καθιστούν άκυρες, ακυρώσιμες ή ακόμη και ανυπόστατες, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα της πλημμέλειας. Στις περιπτώσεις αυτές, ο μέτοχος που πλήττεται προς προστασία των συμφερόντων του διαθέτει το ένδικο βοήθημα της αγωγής ακύρωσης, για τις μεν ακυρώσιμες αποφάσεις (άρθρ. 137 Ν. 4548/2018), και της αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης επί άκυρων αποφάσεων (άρθρ. 138 Ν. 4548/2018) ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας.

Ωστόσο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις η άσκηση της αγωγής δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την ισχύ και την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Η απόφαση της Γ.Σ. συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής κρίσης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία τετελεσμένων καταστάσεων. Μέχρι, όμως, την έκδοσή της, τα συμφέροντα του αιτούντος και της εταιρείας θα παραμένουν σε εκκρεμότητα. Προβλέπεται στην περίπτωση αυτή, για την ασφάλεια των συναλλαγών, η δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

Λήψη ασφαλιστικών μέτρων – Περιπτωσιολογία

Για την αποτροπή ανεπανόρθωτης ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, ο νομοθέτης προβλέπει τη δυνατότητα παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τα άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ και τα άρθρα 137-138 του Ν. 4548/2018.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 137 Ν. 4548/2018 (επί αγωγής ακύρωσης των ακυρώσιμων αποφάσεων της Γ.Σ.) το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα και πριν από την άσκηση της αγωγής. Μεταξύ των δυνατών μέτρων περιλαμβάνεται και η προσωρινή αναστολή ισχύος της απόφασης της Γ.Σ., καθώς και η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της υπόθεσης, εφόσον πιθανολογηθεί η ακυρωσία της απόφασης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της ακυρότητας των αποφάσεων της Γ.Σ., όπου σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 138 Ν. 4548/2018 το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα και πριν από την άσκηση της αγωγής που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της Γ.Σ., ενώ παράλληλα μπορεί να διατάξει και την προσωρινή αναστολή της ισχύος της απόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι πιθανολογείται η ακυρότητα της επίμαχης απόφασης. Στην τελευταία περίπτωση η διάταξη προφανώς εννοεί την αναστολή της εφαρμογής της απόφασης, καθώς η άκυρη απόφαση δεν ισχύει, όταν μάλιστα έχει νομίμως και εμπροθέσμως προβληθεί η ακυρότητά της.

Σημειώνεται ότι ακόμη και χωρίς την ειδικότερη πρόβλεψη των άρθρων 137-138 Ν. 4548/2018, η δυνατότητα αυτή θα υπήρχε και βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 682 επ. και 732 ΚΠολΔ περί προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης. Μάλιστα, για την αποτροπή δυσμενών καταστάσεων μη αναστρέψιμων με άλλο τρόπο, υπάρχει δυνατότητα το δικαστήριο να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα ακόμη και πριν από την άσκηση της κύριας αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή πρέπει να κατατεθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης που διέταξε τα μέτρα, άλλως αυτά αίρονται αυτοδικαίως. Τα ασφαλιστικά μέτρα αίρονται, επίσης, αν το κύριο ένδικο βοήθημα, δηλαδή η αγωγή για την ακύρωση ή την αναγνώριση της ακυρότητας της απόφασης αντίστοιχα, δεν ασκηθεί εντός της εκ του νόμου αποσβεστικής προθεσμίας, δηλαδή των τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη ή δημοσίευση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., όταν συντρέχει λόγος ακυρωσίας των απόφασης, ή της ενιαύσιας προθεσμίας όταν ζητείται να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προσβαλλόμενης άκυρης απόφασης.

Παράλληλα, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να περιλαμβάνει και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κύριας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε άκρως επείγουσες καταστάσεις π.χ. για να αποτραπεί η καταβολή του διανεμητέου μερίσματος στους μετόχους βάσει ελαττωματικής απόφασης Γ.Σ.

Πέραν της προσωρινής αναστολής ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και άλλα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, ανάλογα με τη φύση του κινδύνου και τη ζητούμενη προστασία, ενδεικτικά να περιορίσει συγκεκριμένες εξουσίες του εκλεγέντος νέου Δ.Σ., να καθορίσει ειδικό τρόπο εκπροσώπησης της εταιρείας, να απαγορεύσει τη συμμετοχή στις επόμενες Γ.Σ. συγκεκριμένων μετόχων με τα ποσοστά όπως αυτά διαμορφώθηκαν από ελαττωματική απόφαση Γ.Σ. περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, να διαταχθεί απαγόρευση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, απαγόρευση υπογραφής σύμβασης συγχώνευσης ή διάσπασης, απαγόρευση τροποποίησης καταστατικού κλπ.

Περαιτέρω, το δικαστήριο δύναται να επιβάλει εγγύηση στους αιτούντες για την αποκατάσταση τυχόν ζημίας που ενδέχεται να υποστεί η εταιρεία από την αναστολή εκτέλεσης της ληφθείσας απόφασης, αφού σταθμίσει και την ανάγκη προστασίας των αιτούντων. Κατά μία άποψη, η δυνατότητα επιβολής εγγυοδοσίας ισχύει μόνο όταν διατάσσεται η αναστολή ισχύος της απόφασης, ενώ παραγκωνίζεται στις λοιπές περιπτώσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων (Βλ. και Χριστοδούλου Δ., εις Δίκαιο ΑΕ, 2024, Τομ. Β’, σελ. 1977 υπό άρθρο 137 αριθ. 67).

Σημειώνεται ότι η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης της Γ.Σ. δημοσιεύεται στη μερίδα της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. (137 παρ. 12 Ν. 4548/2018 και αντίστοιχα 138 παρ. 8 Ν. 4548/2018). Η δημοσιότητα αυτή είναι δηλωτική, δηλαδή η παράλειψη δημοσίευσης της απόφασης δεν ασκεί επιρροή στη δεσμευτικότητα της ίδιας της απόφασης.

Προϋποθέσεις χορήγησης προσωρινής προστασίας

Για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή για την αναστολή ισχύος της απόφασης της Γ.Σ. απαιτείται σωρευτικά η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων:

α) Πιθανολόγηση βασιμότητας της κύριας αγωγής:

Από τον συνδυασμό των γενικών διατάξεων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν παρεπόμενο της εκκρεμούς ή μέλλουσας να ανοιγεί διαγνωστικής δίκης ως προς το επικαλούμενο ουσιαστικό δικαίωμα και αποβλέπουν στη διασφάλιση, διατήρηση ή προσωρινή ρύθμιση του τελευταίου μέχρι να συντελεστεί δικαστική η διάγνωσή του. Ειδικότερα, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι για τη λήψη του απαιτούμενου κάθε φορά ασφαλιστικού μέτρου πρέπει: α. να υπάρχει επείγουσα γι’ αυτό περίπτωση ή ανάγκη αποτροπής επικείμενου κινδύνου και β. να πιθανολογείται η ύπαρξη δικαιώματος του αιτούντος.

Το δικαστήριο δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη, αλλά αρκείται στην πιθανολόγηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πράγματι άκυρη ή ακυρώσιμη, βάσει των άρθρων 137-138 του Ν. 4548/2018.

β) Επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος:

Δεν αρκεί η απλή ύπαρξη ελαττωματικής απόφασης· απαιτείται να αποδεικνύεται ότι η άμεση εκτέλεσή της ενδέχεται να επιφέρει ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη στον μέτοχο ή στα εταιρικά συμφέροντα, δημιουργία τετελεσμένων καταστάσεων που δεν θα μπορούν να ανατραπούν ακόμη και σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής. Ενδεικτικές περιπτώσεις κινδύνου έχουν κριθεί ιδίως:

  • η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που οδηγεί σε σημαντική απομείωση της συμμετοχής του μετόχου στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, δυνάμενη να οδηγήσει σε περαιτέρω συρρίκνωση των νόμιμων δικαιωμάτων του ως μειοψηφία,
  • άδεια σε μέλη του Δ.Σ. που έχουν την πλειοψηφία των μετοχών να μετέχουν σε άλλη Α.Ε. με ίδιο αντικείμενο, τους ίδιους προμηθευτές κλπ. ασκώντας κατ’ ουσίαν ανταγωνιστική δραστηριότητα σε βάρος της εταιρείας και των συμφερόντων του αιτούντος μετόχου (ΜΠρΚαβ – ασφ. 347/2014),
  • η μεταβίβαση κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας,
  • ελαττωματική σύνταξη του εγκριθέντος ισολογισμού, με ανακριβείς εγγραφές και εμφάνιση πλασματικής και όχι της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας (ΜΠρΑθ – ασφ. 4078/2008),
  • πλημμελή άσκηση των καθηκόντων των διορισθέντων ορκωτών ελεγκτών και προς βλάβη των συμφερόντων του αιτούντος,
  • διανομή μερίσματος ή αποθεματικών κατά τρόπο που να βλάπτει τα συμφέροντα του αιτούντος.

Απαιτώντας ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσης στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων, επείγουσα δε περίπτωση υφίσταται, όταν η ρυθμιστέα σχέση απαιτείται να ρυθμιστεί επειγόντως με δικαστική παρέμβαση, λόγω της ανάγκης για την γρήγορη απόλαυση του ασφαλιστέου ουσιαστικού δικαιώματος από μέρους του δικαιούχου, έτσι ώστε ενόψει και της βραδύτητας της οριστικής επίλυσης της διαφοράς, να μην προξενηθεί ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος.

Απαιτώντας ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσης στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων, επείγουσα δε περίπτωση υφίσταται, όταν η ρυθμιστέα σχέση απαιτείται να ρυθμιστεί επειγόντως με δικαστική παρέμβαση, λόγω της ανάγκης για την γρήγορη απόλαυση του ασφαλιστέου ουσιαστικού δικαιώματος από μέρους του δικαιούχου, έτσι ώστε ενόψει και της βραδύτητας της οριστικής επίλυσης της διαφοράς, να μην προξενηθεί ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος.

γ) Ιδίως η προϋπόθεση να μην έχει εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση:

Ειδικώς όταν ζητείται η αναστολή ισχύος της ελαττωματικής απόφασης υποστηρίζεται ότι θα πρέπει επιπροσθέτως να πρόκειται για απόφαση που να μην έχει ήδη πλήρως εκτελεστεί (υλοποιηθεί) κατά τον κρίσιμο χρόνο που ζητείται η προστασία. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η αναστολή στις περιπτώσεις αυτές καθίσταται άνευ αντικειμένου και η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος.

Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό η κρίση της υπ’ αριθ. 3023/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,με την οποία κρίθηκε ότιπροκειμένου να διαταχθεί με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων η αναστολή ισχύος (άλλως αδρανοποίηση) της προσβαλλόμενης με την αγωγή εκ των άρθρ. 137 ή/και 138 Ν. 4548/2018 απόφασης της Γ.Σ.  Α.Ε., θα πρέπει αυτή να μην έχει εισέτι εκτελεσθεί (υλοποιηθεί) κατά τον χρόνο άσκησης ή/και συζήτησης της αίτησης αναστολής. Τούτο, διότι, ως εκ της φύσεως του πράγματος, η διατασσόμενη με δικαστική απόφαση αναστολή της ισχύος απόφασης Γ.Σ. προϋποθέτει ότι υπάρχουν πράξεις οι οποίες απομένουν ακόμη να πραγματοποιηθούν, σε εκτέλεση της ληφθείσας αυτής απόφασης. Όταν, όμως, η ληφθείσα απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί, μόνο για αναδρομική ακύρωση αυτής μπορεί να γίνει λόγος, όχι όμως για αναστολή αυτής. Η ληφθείσα και ήδη εκτελεσθείσα (άλλως υλοποιηθείσα) απόφαση της Γ.Σ. Α.Ε., ακόμη και αν είναι ελαττωματική, δεν υπόκειται πλέον σε αναστολή (άλλως αδρανοποίηση) παρά μόνο σε ακύρωση ή αναλόγως σε διάγνωση της ακυρότητάς της, ακύρωση ή αντίστοιχα ακυρότητα η οποία ανατρέχει στον χρόνο λήψης αυτής, θεωρούμενης ως μηδέποτε ληφθείσας (180, 184 ΑΚ). Στην υπόθεση που απασχόλησε το δικαστήριο, η Γ.Σ. της εταιρείας με την προσβαλλόμενη απόφασή της είχε εγκρίνει τη διανομή μερίσματος στους μετόχους, Μάλιστα, κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής είχε ήδη καταβληθεί στους τελευταίους το συνολικό ποσό του διανεμητέου μερίσματος. Για τον ως άνω λόγο, κρίθηκε ότι η ανατροπή της αποφάσεως της Γ.Σ. για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων και τη διανομή των μερισμάτων δεν μπορεί να χωρήσει δυνάμει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων περί αναστολής ισχύος αυτής, διότι αυτή έχει ήδη εκτελεστεί.

Ωστόσο, η ως άνω θέση διατυπωθείσα από μέρος της νομολογίας έχει δεχθεί κριτική με το σκεπτικό ότι η προϋπόθεση αυτή, να μην έχει εκτελεσθεί (υλοποιηθεί) η απόφαση της Γ.Σ., και μάλιστα όχι μόνο κατά τον χρόνο άσκησης, αλλά και συζήτησης της αίτησης αναστολής, καθιστά ανεφάρμοστες στην πράξη τις ανωτέρω διατάξεις, ιδίως αν αναλογιστούμε αποφάσεις που λαμβάνονται και εκτελούνται άμεσα, συνήθως σε μηδενικό χρόνο. Αν ο νομοθέτης των ειδικών διατάξεων των άρθρων 137 και 138 Ν. 4548/2018 επιθυμούσε να θέσει ως προϋπόθεση αναστολής την μη έναρξη εκτέλεσης των αποφάσεων, θα το είχε αναφέρει ρητώς, ενώ επίσης θα είχε κάνει λόγο για αναστολή εκτέλεσης και όχι ισχύος αυτών. Ορθότερη είναι η άποψη ότι εμποδίζεται (προσωρινώς) η ενεργοποίηση των εννόμων συνεπειών της απόφασης, όχι μόνον της εκτελεστότητας υπό στενή έννοια, δηλαδή δεν αναστέλλεται η υπό στενή έννοια εκτελεστότητα της αποφάσεως, αλλά η γένεση των εννόμων συνεπειών της αποφάσεως (βλ. Κωστόπουλο Γ., Η αναστολή ισχύος της ακυρώσιμης αποφάσεως της ΓΣ ανώνυμης εταιρίας, ΔΕΕ 4/2008, σελ. 450 – 451).

Αντί επιλόγου

Η προσωρινή δικαστική προστασία αποτελεί κρίσιμο εργαλείο εταιρικού ελέγχου, ιδίως σε περιπτώσεις σύγκρουσης πλειοψηφίας και μειοψηφίας, δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων του αιτούντος αλλά και για λόγους ασφαλείας των συναλλαγών, καθώς η ακύρωση της απόφασης Γ.Σ. από το δικαστήριο (με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης ή αναλόγως την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας) θα οδηγήσει σε ανατροπή των μέχρι τότε επελθουσών έννομων συνεπειών. Η έγκαιρη ενεργοποίηση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να αποτρέψει τη δημιουργία μη αναστρέψιμων καταστάσεων και να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της κύριας αγωγής ακύρωσης ή αναγνώρισης ακυρότητας. Γι’ αυτό και στην πράξη η ταχύτητα αντίδρασης του μετόχου είναι καθοριστική.

ΣΥΝΑΦΗ ΑΡΘΡΑ ΣΥΝΑΦΗ CASE STUDIES & FAQSΣΥΝΑΦΗ ΝΕΑ & ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ