Περίληψη
Η ραγδαία ανάπτυξη και διάδοση των κρυπτοστοιχείων έχει αναδείξει το ερώτημα του κατά πόσο μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα παροχής ασφάλειας στο σύγχρονο χρηματοοικονομικό περιβάλλον. Παρά το γεγονός ότι δεν εντάσσονται στις παραδοσιακές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, η αντιμετώπισή τους ως άυλων περιουσιακών στοιχείων επιτρέπει τη λειτουργική αξιοποίησή τους ως εγγύηση (collateral). Μολονότι το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, και ιδίως ο Κανονισμός MiCAR, ενισχύει τη θεσμική τους αξιοπιστία, η απουσία ειδικής ρύθμισης στο ελληνικό δίκαιο και η μεταβλητότητα της αξίας τους εγείρουν εύλογα ερωτηματικά.
Τα κρυπτοστοιχεία συνιστούν μία από τις κύριες εφαρμογές της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού. Περιλαμβάνουν τα κλασικά κρυπτονομίσματα (όπως το Bitcoin και το Ethereum), τα σταθερά κρυπτονομίσματα (τα οποία συνήθως συνδέουν την αξία τους αποκλειστικά με ένα νόμισμα – όπως τα USDT και USDC με το αμερικανικό δολάριο), τα NFTs (non-fungible tokens) κ.α.. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένης της αλματώδους αύξησης της κυκλοφορίας και της χρήσης τους, προέβη στη θέσπιση ενός ευρέος πλέγματος κανόνων, ήδη από το 2014, αναφορικά με κάποια κρυπτοστοιχεία, και δη αυτά που χαρακτηρίζονται ως χρηματοπιστωτικά μέσα [βλ. Οδηγία 2014/65/ΕΕ (MiFID II)]. Η σημαντικότερη νομοθετική ρύθμιση, ωστόσο, επήλθε με τη θέσπιση τριών Κανονισμών (εν συντομία DLTR, DORA και MiCAR), οι οποίοι συνιστούν το κανονιστικό πλαίσιο του digital finance στο πλαίσιο της ΕΕ.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η νομοθετική πρωτοβουλία για τα κρυπτοστοιχεία εκκίνησε σε ευρωπαϊκό πλαίσιο από το 2014, με την MiFID II (Οδηγία 2014/65/ΕΕ για τις Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων – Markets in Financial Instruments Directive II) να ρυθμίζει τα κρυπτοστοιχεία που χαρακτηρίζονται ως χρηματοπιστωτικά μέσα, και η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 4514/2018. Τα κρυπτοστοιχεία που χαρακτηρίζονται ως «ηλεκτρονικό χρήμα» υπάγονται στο καθεστώς της δεύτερης Οδηγίας για το Ηλεκτρονικό Χρήμα (EMD2 – Οδηγία 2009/110/ΕΚ), που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο ήδη με τον ν. 4021/2011.
Εντούτοις, η σημαντικότερη νομοθετική ρύθμιση επήλθε με τον Markets in Crypto-Αssets Regulation (MiCAR), o οποίος θεσπίζει κανόνες για την αδειοδότηση και την προληπτική εποπτεία των εκδοτών και παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, καθώς και διατάξεις που προστατεύουν τους χρήστες κρυπτοστοιχείων – ενδεικτικά, επιβάλλει απαιτήσεις διαφάνειας κατά τη δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων και την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση σε πλατφόρμες. Οι απαραίτητοι σε εθνικό επίπεδο κανόνες για την εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού εισήχθησαν με τον ν. 5193/2025.
Ενόψει των παραπάνω διατάξεων και της ευρύτερης τάσης απομάκρυνσης από τις παραδοσιακές αγορές χρήματος (TradiFi), δημιουργείται το εύλογο ερώτημα του πόσο μακριά βρισκόμαστε από την εξομοίωση των κρυπτοστοιχείων με τα «κλασικά» περιουσιακά στοιχεία, και δη της δυνατότητας των κατόχων κρυπτοστοιχείων να τα χρησιμοποιούν ως εγγύηση (collateral).
Η δυνατότητα χρήσης κρυπτοστοιχείων ως μορφής παροχής ασφάλειας (collateral) προϋποθέτει, κατ’ αρχάς, τον νομικό τους χαρακτηρισμό ως αντικειμένων δεκτικών περιουσιακής εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο του ελληνικού αστικού δικαίου, η σύσταση εμπράγματης ασφάλειας συνδέεται παραδοσιακά με την ύπαρξη πράγματος ή δικαιώματος που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κυριότητας ή άλλης εμπράγματης σχέσης (άρθρα 1209 επ. ΑΚ για το ενέχυρο και 1257 επ. ΑΚ για την υποθήκη). Τα κρυπτοστοιχεία δεν εντάσσονται στις κλασικές κατηγορίες ούτε του χρήματος ούτε των κινητών πραγμάτων· πρόκειται για άυλες ψηφιακές μονάδες αξίας που υφίστανται αποκλειστικά σε κατανεμημένα μητρώα. Παρά την απουσία ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, η σύγχρονη θεωρία τείνει να τα εντάσσει στην κατηγορία των άυλων περιουσιακών στοιχείων, ήτοι δικαιωμάτων με οικονομική αξία και δυνατότητα μεταβίβασης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η χρήση κρυπτοστοιχείων ως εξασφάλιση δεν λαμβάνει τη μορφή κλασικού ενεχύρου επί κινητού, αλλά προσεγγίζει λειτουργικά το ενέχυρο επί απαίτησης ή άλλου άυλου δικαιώματος (άρθρο 1247 ΑΚ). Τούτου δοθέντος, η «παραδοσιακή» παράδοση του πράγματος που συνδέεται με την εμπράγματη ασφάλεια εν προκειμένω δύναται να πραγματοποιηθεί με μεταφορά των token σε ψηφιακό πορτοφόλι υπό τον έλεγχο του δανειστή ή τρίτου θεματοφύλακα, εξασφαλίζοντας έτσι την αποκλειστική δυνατότητα διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου σε περίπτωση αθέτησης της κύριας υποχρέωσης. Συνεπώς, διαφαίνονται τρία βασικά μοντέλα όπου θα μπορούσε να λειτουργήσει η ενεχύραση ενός token: η μεταβίβαση ελέγχου στον δανειστή, η θεματοφυλακή από τρίτο ανεξάρτητο φορέα και η δέσμευσή του μέσω αυτοεκτελούμενων έξυπνων συμβάσεων (smart contracts).
Το κανονιστικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως μετά τη θέσπιση του Κανονισμού για τις Αγορές Κρυπτοστοιχείων (MiCAR) εισάγει κρίσιμα στοιχεία που επηρεάζουν τη λειτουργική αξιοπιστία των κρυπτοστοιχείων ως εγγύηση. Η κατηγοριοποίηση των κρυπτοστοιχείων σε asset-referenced tokens (ARTs), e-money tokens (EMTs) και utility tokens συμβάλλει στην αξιολόγηση της σταθερότητας και της αποτιμησιμότητάς τους, στοιχεία που είναι καθοριστικά για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής τους (και όχι μόνο) ικανότητας. Ιδίως τα σταθερά κρυπτοστοιχεία, λόγω της σύνδεσής τους με συγκεκριμένο νόμισμα αναφοράς, εμφανίζουν μειωμένη μεταβλητότητα και προσεγγίζουν λειτουργικά τα παραδοσιακά μέσα εξασφάλισης.
Σίγουρα, η αξιοποίηση των κρυπτοστοιχείων ως εξασφάλιση συνοδεύεται από κάποια νομικά κενά και αβεβαιότητες. Πρώτον, το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικό καθεστώς εμπράγματου δικαιώματος επί ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Δεύτερον, η υψηλή μεταβλητότητα ορισμένων κατηγοριών κρυπτοστοιχείων επιβάλλει τη συμβατική πρόβλεψη μηχανισμών αναπροσαρμογής της αξίας της ασφάλειας, όπως η υπερεξασφάλιση (over-collateralisation) ή η ενεργοποίηση πρόσθετων καλύψεων σε περίπτωση πτώσης της αγοραίας τιμής. Τέλος, αυτή η μορφή ασφάλειας δεν συνδέεται με κάποιο αντίστοιχο μηχανισμό αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως συμβαίνει με τα παραδοσιακά εμπράγματα δικαιώματα· κατά συνέπεια, η ρευστοποίησή τους προϋποθέτει συμβατική πρόβλεψη είτε δικαιώματος άμεσης διάθεσης είτε εκποίησης των κρυπτοστοιχείων χωρίς προηγούμενη δικαστική ενέργεια.
Αντί επιλόγου
Η πλήρης εξομοίωση των κρυπτοστοιχείων με τα παραδοσιακά περιουσιακά στοιχεία προϋποθέτει τη θεσμοθέτηση ενός οριοθετημένου καθεστώτος σύστασης, δημοσιότητας και προστασίας των σχετικών εξασφαλίσεων. Συνεπώς, ενώ τα κρυπτοστοιχεία μπορούν ήδη να λειτουργήσουν ως εξασφάλιση σε λειτουργικό επίπεδο, η νομική θεμελίωση της δυνατότητας αυτής, άρα και η θωράκισή της, παραμένει υπό διαμόρφωση.